Η σημαντικότερη είδηση της ημέρας

Είναι κάπως τρομακτικό να διαβάζεις τις εφημερίδες αυτές τις ημέρες, με ό,τι εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας – αρκούσε ένα στιγμιαίο τράβηγμα της κουρτίνας για να διαταραχθούν οι ισορροπίες κι ο κάθε εμπλεκόμενος να δείξει το πραγματικό εγωιστικό του πρόσωπο.

Άλλα είναι, όμως, τα πραγματικά σημαντικά γεγονότα στην Ελλάδα:

  • Το δέσιμο της χώρας στο άρμα της παντοκράτειρας Microsoft του Bill Gates (ο οποίος τελευταίως φιλοσοφεί και κατέληξε, λέει, στην ανάγκη του κόσμου για έναν «δημιουργικό καπιταλισμό» – να τι ανοησίες θα πρέπει ν’ ακούμε όταν δίνουμε τόση σημασία στην ισχύ του συσσωρευμένου χρήματος).
  • Η εργολαβική ανάθεση της ασφάλειας του διαδικτύου στην ΕΥΠ, την ώρα που ο επικεφαλής του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της ΕΛ.ΑΣ. επιδίδεται σε περίεργους συλλογισμούς ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής (όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Δ.Κ. Ψυχογιός στο σημερινό «Βήμα»).
  • Και βέβαια η σημαντικότερη είδηση της ημέρας, η πανηγυρική απόδειξη της αποτυχίας κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής της τελευταίας 25ετίας τουλάχιστον, όπως αποτυπώνεται στην διαπίστωση έρευνας ότι ένας στους τρεις Έλληνες ηλικίας 30-40 ετών έχει φτάσει μόνο ως το Γυμνάσιο.

Τίποτα απ’ αυτά δε μου κάνει εντύπωση: έχω συνηθίσει κι εγώ αυτή τη χώρα της ιδιοτελούς βραχυπρόθεσμης σκέψης. Άραγε υπάρχει κάποιος τρόπος ανατροπής αυτής της συνθήκης;

ΥΓ. Ένα περίεργο ρεπορτάζ του «Βήματος» βάζει το κερασάκι στην τούρτα, αποκαλύπτοντας την κατάντια των πιο πρωτοποριακών σχολείων που είχαμε ποτέ ως χώρα.

Μπλουζ με σφιγμένα δόντια

Βρισκόμαστε στα 1972 και ο Ροβήρος Μανθούλης κυκλοφορεί στον κόσμο με όπλο του την κάμερα. Μια στάση στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης προσφέρει έναν καρπό που, 36 χρόνια αργότερα, διατηρεί τη φρεσκάδα και τη γεύση του. Ακολουθώντας τους τρόπους του λεγόμενου cinema verite, ο Μανθούλης αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού μαύρου ζευγαριού και του περιβάλλοντός τους. Εμβόλιμα, άλλοι χαρακτήρες, αφηγούνται περιστατικά από τη ζωή τους καθήμενοι απέναντι στον φακό. Πανταχού παρούσα η μουσική, τα μπλουζ που εκφράζουν όλα τα συναισθήματα των ηρώων, ερμηνευόμενα ζωντανά εμπρός στην αλάνθαστη κάμερα από θρυλικούς μπλούζμεν.

Το «Μπλουζ με σφιγμένα δόντια» είναι μια ταινία μαύρη: ποτισμένη από τον ιδρώτα των σκλάβων όπως τα χωράφια του αμερικανικού νότου, περήφανη για την ταυτότητα της φυλής της, μα και εγκλωβισμένη στον «αγγελικά πλασμένο» κόσμο που της έλαχε να ζει.

Το να μιλήσει κανείς για τον ρατσισμό με ηθικούς όρους, δεν είναι αρκετό. Το ζήτημα δεν είναι αν είναι καλός ή κακός. Το ζήτημα είναι ότι για αιώνες οι λευκοί αμερικανοί εκμεταλλεύτηκαν το προϊόν της εργασίας των εκατομμυρίων σκλάβων που, άθελά τους, βρέθηκαν στις ΗΠΑ ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Όταν πια έληξε η ξεδιάντροπη εκμετάλλευση των σκλάβων, η κυρίαρχη τάξη δεν άλλαξε κατ’ ουσίαν ούτε τις αντιλήψεις ούτε τις πρακτικές της έναντι των απελεύθερων.

Βλέποντας αυτό το φιλμ, που γυρίστηκε χωρίς ιδιαίτερα τεχνικά μέσα, βλέπουμε τη γνήσια εικόνα του μαύρου πολίτη των ΗΠΑ κι όχι αυτή που προσπαθεί να δείξει η συντηρητική ή προοδευτική κινηματογραφική παραγωγή την ίδια εποχή, λίγο αργότερα και μέχρι σήμερα (π.χ. In the heat of the night, Guess who’s coming for dinner, ό,τι αφορά το blaxploitation και άλλα πολλά). Εδώ βλέπουμε την κουλτούρα της ηττημένης τάξης στο παιχνίδι του καπιταλισμού, εκείνων που αποκλείστηκαν από την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου και αντιμετώπισαν την κατ’ εξακολούθηση ληστεία του προϊόντος της εργασίας τους.

Οι εναλλακτικές λύσεις που αναπτύσσουν, μοιάζουν μ’ εκείνες που επιλέγουν πάντοτε οι καταπιεσμένοι: Κίνηση στα όρια ή εκτός της «νομιμότητας» που επιβάλλουν οι κυρίαρχες τάξεις, επιβίωση με τα ελάχιστα μέσα κι ευρηματικότητα ως προς τη χρήση των πόρων, αποχή από το παιχνίδι της «ορθολογικότητας».

Ο Ροβήρος Μανθούλης βουτά στις λάσπες του Δέλτα του Μισσισσιπή και βγαίνει στον ποταμό Χάτσον μ’ ένα διαμάντι στα χέρια. Μια ταινία από την εποχή που το σινεμά ήταν πολιτικό ό,τι κι αν έκανε. Την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους.

Γ1. Επειδή οι προβολές στο Φιλίπ έχουν ήδη τελειώσει, αναζητήστε το dvd – αυτή η ταινία αξίζει πραγματικά τη θέση της στην ταινιοθήκη, αντίθετα με τον συρφετό των ταινιών που καταλήγουν στα χέρια μας από την ανεξέλεγκτη διακίνησή τους μέσω των εφημερίδων, μια πρακτική που οδηγεί στην απαξίωση του σινεμά γενικά.

ΥΓ2. Και αφού δείτε την ταινία, γρήγορα στο www.archive.org για μια στενότερη απ’ ευθείας επαφή με τον κόσμο του μπλουζ όπως πρωτοηχογραφήθηκε.

Δουλειά για άντρες – ΑΝΑΝΕΩΣΗ

Είδα χθες βράδυ στον Μικρόκοσμο (μαζί μ’ άλλους έξι) τη «Δουλειά για άντρες» του 35χρονου Φινλανδού σκηνοθέτη Αλέξι Σαλμενπέρα. Μετά από δύο ταινίες μικρού μήκους, μια μεγάλου μήκους και μερικές δουλειές για την τηλεόραση, ο όχι πια πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης παρουσιάζει μια ιστορία αλλοτρίωσης, όπως εξάλλου και ένα μεγάλο κομμάτι του σύγχρονου εκτός Χόλιγουντ κινηματογράφου.

Ένας Φινλανδός εργάτης απολύεται από την χειρωνακτική του εργασία και δεν τολμά να το πει στην καταθλιπτική σύζυγό του. Αντιθέτως, με τη συνέργεια δύο κάπως αλκοολικών φίλων, απολύτως αλλοτριωμένων από το αντικείμενο της εργασίας τους και την ίδια τους τη ζωή, για να θυμηθούμε τον θείο Κάρολο όταν ήταν νέος, μετατρέπεται σταδιακά σε ζιγκολό για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Εξαιρετικός ο πρωταγωνιστής, όμως με κούρασαν τα σφιχτά κάδρα πάνω στο πρόσωπό του – ως πότε θα πρέπει να παρακολουθούμε τη σιωπή-μάσκα των «πραγματικών αισθημάτων» για να συμμετάσχουμε συναισθηματικά σε μια ταινία; Γιατί δηλαδή μόνο η σιωπή εκφράζει τον πόνο;

Αυτό που κρατά περισσότερο το ενδιαφέρον σε ταινίες όπως αυτή, είναι, νομίζω, οι εικόνες της αλλοτρίωσης.

«Σπάνια σινεφίλ» ταινία, όπως διάβασα κάπου, δεν είναι. Σε κρατά όμως στον κόσμο της, αν και θυμίζει άλλες ταινίες με αντίστοιχα θέματα – για το ζήτημα της απόλυσης που δεν ανακοινώνεται θυμηθείτε και το «L’ emploi du temp» (εκεί έχουμε βέβαια πολύ ισχυρότερη ψυχοπαθολογία, αλλά η ταινία είναι γαλλική!), ενώ για τη σύνδεση εργασίας – ανεργίας – αλλοτρίωσης – σώματος υπάρχει και το υπέροχο «The Full Monty» του Πίτερ Κατανέο (του οποίου, παρεμπιπτόντως, είδαμε προχτές στην τηλεόραση και το «Lucky break«, άλλη μια πολύ ωραία και χαρακτηριστικά αγγλική ταινία).

Διαφωνώ κάπως και με τον Μήτση που γράφει στο Αθηνόραμα κάτι για Μάικ Λι και Καουρισμάκι. Αν είναι ανάγκη να αναφερθούμε στη δουλειά ενός σκηνοθέτη για να περιγράψουμε τη δουλειά ενός άλλου, σημαίνει ότι δεν εκτιμούμε και τόσο τη φωνή του δεύτερου, έτσι δεν είναι;

ΑΝΑΝΕΩΣΗ 17/1/2008: Και να που οι ταινίες δεν υπερβαίνουν την πραγματικότητα:

http://www.tovimadaily.gr/Article.aspx?d=20080117&nid=7196187

«Όπου ακούτε -όπουλος, μακριά!»

Σε μια post-βρώμικο ’89 παρλάτα του, ο Τζίμης Πανούσης συμβούλευε το κοινό του: «Όπου ακούτε -όπουλος, μακριά». Είχε βέβαια τότε στο στόχαστρο τον συμπαθή κατά τ’ άλλα Νίκο Κωνσταντόπουλο της εποχής του ειδικού δικαστηρίου. Σήμερα, με την επικαιρότητα να μονοπωλείται από μια υπόθεση που συμμετέχουν άλλοι -όπουλοι, εγώ λέω να ακολουθήσω τη συμβουλή του Τζίμη και ν’ ασχοληθώ με κάτι άλλο.

Δε μπορεί φυσικά να έχει διαφύγει από την προσοχή των αναγνωστών των εφημερίδων και των τηλεθεατών η διαφημιστική καμπάνια του Marfin Investment Group, όπου το ακρώνυμο MIG επανορίζεται ως προερχόμενο από την φράση Made in Greece. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες που δεν γνωρίζω, καθώς ούτε οικονομολόγος είμαι, ούτε στον χρηματιστηριακό κλάδο εργάζομαι για να ξέρω τίποτα περισσότερο απ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες.

Συνάντησα, όμως, στο έγκυρο για το είδος του αμερικανικό περιοδικό Business Week, ένα άρθρο που ασχολείται με τις διεθνείς δραστηριότητες των επενδυτικών ταμείων που ανήκουν σε έξι μικρές πετρελαιοπαραγωγικές χώρες πέριξ του Περσικού Κόλπου. Πρόκειται για τα ταμεία των Άμπου Ντάμπι, Σαουδικής Αραβίας, Κουβέιτ, Κατάρ, Ομάν και Ντουμπάι. Όλα μαζί, μας πληροφορεί το άρθρο, έχουν εκτιμώμενη αξία 1,67 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ένα εξ αυτών, διοικείται από τον Soud Ba’alawy, τον οποίον παρουσιάζει το αμερικανικό περιοδικό και ο οποίος τυγχάνει και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της MIG.

Απ’ ό,τι προκύπτει από το άρθρο του Business Week, το «sovereign investment fund» του Ντουμπάι δεν είναι το μεγαλύτερο ψάρι του είδους του στην περιοχή που ενδημεί, και η λέξη «Ελλάδα» δεν αναφέρεται ούτε μια φορά στα διάφορα παραδείγματα επενδυτικών κινήσεων που πραγματοποιούν τα εν λόγω σχήματα. Αυτό που μένει από το άρθρο, αν δούμε τα πράγματα από την οπτική του κυρίαρχου του οικονομικού παιχνιδιού, είναι ένας φόβος ενώπιον του νέου αντιπάλου και μια προσπάθεια υποτίμησής του. Θα ήταν όμως ενδιαφέρον να το διαβάσει κανείς από ελληνική σκοπιά, παράλληλα με τα δημοσιευόμενα στον ελληνικό τύπο για τη δραστηριότητα της MIG στην Ελλάδα.

«Το βιολί» κι ο Μπουνιουέλ

Η πρόσφατη μεξικάνικη κινηματογραφική ταινία «Το βιολί» θα μείνει στο μυαλό μου κυρίως εξαιτίας μιας άλλης ταινίας, γυρισμένης 75 χρόνια νωρίτερα.

Το 1932, ο Λουίς Μπουνιουέλ σκηνοθετεί την ταινία «Γη χωρίς ψωμί» (Los Hurdes). Σ’ αυτήν, ανάμεσα στ’ άλλα, καταγράφει την ζωή στην ομώνυμη αγροτική περιοχή της Ισπανίας, λίγο μόνο καιρό μετά την ίδρυση της β’ ισπανικής δημοκρατίας και πριν το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου. Παρά το υπονομευτικό ύφος του Μπουνιουέλ, που γνωρίζουμε κι από τις υπόλοιπες ταινίες του, η φτώχεια και η σκληρότητα των συνθηκών ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου μάς συγκλονίζει.

Ακόμη πιο συγκλονιστική, όμως, είναι η ομοιότητα των εικόνων του Μπουνιουέλ μ’ αυτές που απαθανατίζει η κάμερα του Φρανσίσκο Βάργκας 75 χρόνια αργότερα στην περιοχή Γκουερέρο του Μεξικού: έλλειψη στοιχειωδών τεχνικών μέσων, εξάρτηση από τους λευκούς ιδιοκτήτες της γής, εξαθλίωση, η απόλυτη φτώχεια και, σαν κερασάκι στην τούρτα, η βία που ασκεί ο κυβερνητικός στρατός. Πόσο ακόμη μπορεί να στίψει κανείς αυτούς τους ανθρώπους;

Αυτές οι συνθήκες δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές για πάντα ή μάλλον δεν είναι ποτέ ανεκτές. Αυτό είναι το θέμα της ταινίας, ακόμη κι αν τα φαινόμενα απατούν, όπως αποδεικνύει ο Δον Πλουτάρκο, αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής της ταινίας. Ακόμη, όμως, κι αν οι ρυτίδες στο πρόσωπο και το χέρι του 83χρονου Angel Tavira μένουν αξέχαστες, νομίζω πως η σημαντικότερη συμβολή της ταινίας είναι οι εικόνες της αθλιότητας.

Τι τόπο, βέβαια, θα πιάσουν αυτές οι εικόνες στο μυαλό και την καρδιά του άνετου σινεφίλ του δυτικού κόσμου είναι ένα άλλο θέμα. Εγώ πάντως είδα την ταινία Πέμπτη βράδυ ώρα 11 στην «Αφαία» μαζί με άλλους δύο θεατές.

ΥΓ. Ο Μπουνιουέλ, στην μεξικανική του περίοδο, έχει άλλες δύο ταινίες που αξίζει να συγκριθούν ως εικόνες μ’ αυτές του Βάργκας: Los Olvidados (1950), Subida al cielo (1952).