Κυριακή στο Sachsenhausen

Χιονίζει. Μετά τον πρωινό καφέ και το ετοιματζίδικο κρουασάν στο σπίτι, παίρνουμε χαρούμενοι το μετρό κατευθυνόμενοι προς το σταθμό του επίγειου σιδηροδρόμου. Προορισμός μας το Oranienburg, όπου και το στρατόπεδο συγκέντρωσης Sachsenhausen.

Το τρένο μάς οδηγεί έξω από την πόλη, σ’ ένα τοπίο χαρακτηριστικό μάλλον της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Χαμηλά σπίτια με αυλές, μερικά εργοστάσια με τα χαρακτηριστικά πολυώροφα μπλοκ εργατικών κατοικιών της σοσιαλιστικής εποχής. Μετά δάσος, μια λίμνη, κι άλλο δάσος κι άλλα χαμηλά σπίτια, μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό του Oranienburg.

Oranienberg

Oranienburg

Έχουμε λίγη ώρα μέχρι να έρθει το λεωφορείο, κι έτσι περιπλανιόμαστε στους πεντακάθαρους δρόμους της μικρής πόλης, η οποία, στην ουσία, είναι ένα μακρινό προάστιο του Βερολίνου – αν κι εδώ η ζωή πρέπει να διατηρεί ακόμα τα πιο αγροτικά χαρακτηριστικά της.

Το λεωφορείο γεμίζει μ’ ένα γκρουπ αυστραλών τουριστών με την ξεναγό τους, και λίγο μετά όλοι μαζί αποβιβαζόμαστε έξω από το Sachsenhausen. Η πρώτη εξωτερική εικόνα δε σε υποψιάζει γι’ αυτό που θ’ ακολουθήσει.

ας μπούμε από εδώ

ας μπούμε από εδώ

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Sachsenhausen ιδρύθηκε το 1936 από το γερμανικό ναζιστικό καθεστώς και έπαψε να χρησιμοποιείται ως τόπος εκτοπισμού, καταναγκαστικής εργασίας κι εκτελέσεων το 1950, που έπαψε να είναι χρήσιμο για τον σοβιετικό στρατό. Αν και το όνομά του δεν περιβάλλεται από την αίγλη που διαθέτουν ονόματα όπως Άουσβιτς, Νταχάου ή Μαουτχάουζεν, σ’ αυτή τη δεκαπενταετία φιλοξένησε 260.000 ανθρώπους περίπου, από τους οποίους εκτιμάται ότι επέζησαν περίπου 145.000. Οι λοιποί Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι, κομμουνιστές, γερμανοί αντιφρονούντες, σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου, τσιγγάνοι, μάρτυρες του Ιεχωβά, γερμανοί αιχμάλωτοι πολέμου, αντικομμουνιστές, πάσχοντες από αφροδίσια νοσήματα δεν ήταν τόσο τυχεροί.

αναφορά κρατουμ�νων

αναφορά κρατουμένων

Υπάρχει κι εδώ η ειρωνική επιγραφή της πύλης «Arbeit Macht Frei» («Η εργασία απελευθερώνει»), υπάρχουν οι πύργοι της παρακολούθησης, οι τεχνολογίες και η οικονομία της ηθικής και φυσικής εξόντωσης, όλα τα απαραίτητα για την ορθολογική λειτουργία αυτής της παράλογης μηχανής – κι όμως, εκείνο που κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση είναι η μεσοτοιχία του στρατοπέδου με την πόλη.

Το Sachsenhausen, αυτό το παράδοξο της εφαρμογής του Ορθού Λόγου, άντλησε τη νομιμοποίησή του όχι μόνο από τη βαριά στρατιωτική μπότα και τα εκλεπτυσμένα επιστημονικά συστήματα ποινών-ανταμοιβών που χρησιμοποιήθηκαν εκεί, μα κυρίως από την (υποχρεωτική; ξένοιαστη; αδιάφορη; ) αποδοχή της κοινότητας: όσο οι καμινάδες των κρεματορίων ξέρναγαν ανθρώπινες στάχτες πάνω στην πόλη, σχεδόν κανείς δεν μπήκε στον κόπο να διαμαρτυρηθεί.

Αργότερα, ένα αντιπολεμικό μνημείο σκεπάζει δια του όγκου του τη λήθη.

μνημείο πεσόντων στο Sachsenhausen

μνημείο πεσόντων στο Sachsenhausen

Το κρύο είναι τόσο διαπεραστικό που τα μπουφάν κι οι μάλλινες κάλτσες μας δε μπορούν να μας προστατεύσουν. Μας προστατεύει, βέβαια, εξ αντιθέσεως, η ριγέ βαμβακερή στολή που εκτίθεται σ’ έναν από τους δύο παγωμένους ξύλινους θαλάμους που έχουν απομείνει από τη ναζιστική εποχή – ο άλλος πυρπολήθηκε από τους νεοναζί στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Οι συναισθηματικές νάρκες των επιμελητών του μουσείου είναι εδώ προσεκτικά τοποθετημένες, αντίθετα με το πασίγνωστο εβραϊκό μουσείο της πόλης του Βερολίνου. Στους παγωμένους πύργους παρακολούθησης, μερικές σχισμές στους τοίχους κοιτούν προς τα μέσα, όπως για τους φύλακες της φρίκης, όμως άλλες κοιτούν την «ανέμελη κι ελεύθερη» ζωή, τη σκεπασμένη από τη στάχτη, πέραν των τειχών.

Δεν ξέρω πώς γίνεται να ξεπεράσει μια πόλη ένα τέτοιο γεγονός.

Αισθανόμαστε μια ανακούφιση βγαίνοντας απ’ τον περίβολο του στρατοπέδου, παρά το γεγονός ότι έχουμε χάσει το λεωφορείο και θα πρέπει να περπατήσουμε τους ίδιους εκείνους δρόμους της αδιαφορίας ή του φόβου, μέσα στο κρύο και το χιονόνερο.

Δε θέλω να σκέφτομαι εκείνη την εκλογίκευση που επιτρέπει σ’ όλους να συνεχίζουν τη ζωή τους την επόμενη ημέρα. Θυμάμαι τον «Άρχοντα των Μυγών» του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ:

-Αυτό που κάναμε ήταν φόνος.

-Σταμάτα επιτέλους! είπε ο Πίγκυ με στριγκιά φωνή. Τι ωφελεί να μιλάς έτσι;

Σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε πάνω από τον Ραλφ.

-Ήταν σκοτάδι. Κι ήταν κι αυτός – αυτός ο βρομοχορός. Κι είχε αστραπές και κεραυνούς και βροχή. Φοβόμαστε!

-Εγώ δε φοβόμουνα, είπε αργά ο Ραλφ. Εγώ – δεν ξέρω τι ένιωθα.

-Φοβόμαστε! επέμεινε ταραγμένος ο Πίγκυ. Θα μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε. Δεν ήταν… αυτό που είπες.

Χειρονομούσε προσπαθώντας να βρει τον ορισμό.

-Ω, Πίγκυ!

Η φωνή του Ραλφ, θλιμμένη, πνιχτή, σταμάτησε τις χειρονομίες του Πίγκυ. Έσκυψε και περίμενε. Ο Ραλφ, με το κοχύλι αγκαλιά, κουνιόταν πέρα δώθε.

-Δεν καταλαβαίνεις, Πίγκυ. Αυτό που κάναμε…

-Μπορεί να είναι ακόμα…

-Όχι.

-Μπορεί να το ‘κανε για πλάκα.

Η φωνή του Πίγκυ έσβησε καθώς είδε το πρόσωπο του Ραλφ.

-Εσύ ήσουν απέξω. Έξω από τον κύκλο. Δεν μπήκες στον κύκλο. Δεν είδες τι κάναμε – τι κάναμε;

Υπήρχε μίσος και συνάμα κάτι σαν πυρετώδης έξαρση στη φωνή του.

-Δεν είδες, Πίγκυ;

-Όχι και πολύ καλά. Έχω ένα μόνο μάτι τώρα. Το ξέρεις αυτό, Ραλφ.

Ο Ραλφ συνέχισε να κουνιέται πέρα δώθε.

-Ήταν ατύχημα, είπε ξαφνικά ο Πίγκυ, αυτό ήταν. Ατύχημα.

Η φωνή του έγινε πάλι στριγκή.

-Έτσι που ήρθε μες στο σκοτάδι – τι δουλειά είχε να σέρνεται έτσι μες στο σκοτάδι. Ήταν ζουρλός. Γυρεύοντας πήγαινε.

Έκανε πάλι μια χειρονομία.

-Ατύχημα ήταν.

-Δεν είδες τι έκαναν…

-Κοίταξε, Ραλφ. Πρέπει να το ξεχάσουμε. Δε γίνεται τίποτα με το να το σκεφτόμαστε, κατάλαβες;

-Φοβάμαι. Εμάς. Θέλω να πάω σπίτι μου. Ω, Θεέ μου, θέλω να πάω σπίτι μου.

-Ήταν ατύχημα, είπε πεισματωμένα ο Πίγκυ, κι αυτό είναι όλο.

Άγγιξε το γυμνό ώμο του Ραλφ κι ο Ραλφ ανατρίχιασε με το ανθρώπινο άγγιγμα.

-Και κοίτα, Ραλφ, Ο Πίγκυ έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του, κι έπειτα έσκυψε κοντά στον Ραλφ – μην πεις πουθενά ότι πήραμε μέρος στο χορό. Ούτε στον Σαμκιέρικ.

-Ναι, αλλά πήραμε μέρος! Όλοι μας!

Ο Πίγκυ κούνησε το κεφάλι του.

-Εμείς μπήκαμε την τελευταία στιγμή. Δε μας πρόσεξαν στο σκοτάδι. Εξάλλου είπες ότι εγώ ήμουν απέξω…

-Κι εγώ, μουρμούρισε ο Ραλφ, κι εγώ ήμουν απέξω.

Ο Πίγκυ κούνησε το κεφάλι γεμάτος λαχτάρα.

-Σωστά. Εμείς ήμαστε απέξω. Ούτε κάναμε τίποτα, ούτε είδαμε τίποτα.

Αργότερα, στην σχεδόν χριστουγεννιάτικη Potsdamer Platz, δε μπορείς παρά να αναρωτηθείς για τη φύση των αποστάσεων.

ΥΓ. Η βρετανική τεχνογνωσία του θανάτου, αν συγκρίνει κανείς τις αγχόνες των «Φυλακισμένων μνημάτων» της Λευκωσίας δεν πιάνει μία μπροστά στο execution trench του Sachsenhausen!

Advertisements

One thought on “Κυριακή στο Sachsenhausen

  1. Είχαμε μια κουβέντα τις προάλλες σε μια φιλική παρέα για κάτι παρόμοιο: Συνηθίσαμε να προσπερνάμε ειδήσεις για τους οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες από τα λεγόμενα τρίτα κράτη που, στην προσπάθειά τους να μπουν στην ευρωπαϊκή «γη της επαγγελίας» πνίγονται στη θάλασσα, ανατινάζονται σε ναρκοπέδια, δέχονται πυρά συνοριακών, ενώ αυτοί που θα συλληφθούν τρώνε ξύλο, κλείνονται σε τρισάθλια κρατητήρια χωρίς νερό και τροφή και τελικά απελαύνονται. Πόσοι είναι; ποιοί είναι; από πού έρχονται; κανείς δε θα το μάθει – με λίγες εξαιρέσεις ως συνεπεια της φιλότιμης προσπάθειας ομάδων στήριξης. Έγκλημα; Ποιο έγκλημα; Κι όμως είναι δίπλα μας.

    Ευχαριστώ για την παραπομπή και για το απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο όπου ο Γκόλντινγκ τσακίζει τα στερεότυπα περί παιδικής αθωότητας και καλοσύνης – και τρομάζει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s