Παράπλευρες απώλειες

Το λέγαμε εμείς πριν δυο μήνες ότι καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς, όμως εκείνος δε μας άκουσε, κι έτσι σήμερα έπαθε αυτό.

Αστυνομία, κράτος, θάνατος

Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη αλλά οργή το χθεσινό περιστατικό που κατέληξε στον θάνατο ενός 16χρονου μαθητή, ενδεχομένως κάπως θερμόαιμου, από αστυνομικά πυρά. Ο κατάλογος των θυμάτων της εκτός νομίμων ορίων συμπεριφοράς των αστυνομικών “λειτουργών” είναι μακρύς. Κι αν ορισμένα θύματα της αστυνομικής βίας έχασαν τη ζωή τους εν μέσω κάποιας μαζικής κινητοποίησης, σε πολεμικό κλίμα δηλαδή, υπάρχουν πολλά καταγεγραμμένα “μεμονωμένα περιστατικά” ειρηνικής περιόδου, οι πρωταγωνιστές των οποίων άφησαν τον μάταιο τούτο κόσμο, δι’ ασήμαντον αφορμήν και τις περισσότερες φορές χωρίς κανείς να τιμωρηθεί ουσιωδώς γι’ αυτό.
Άλλοι, πιο τυχεροί, απλώς εδάρησαν υπό το επιλεκτικώς άγρυπνο μάτι των τηλεοπτικών καμερών ή εμπρός σε μάχιμους φωτορεπόρτερ.
Οι λοιποί, όσοι έχουν αντιμετωπίσει την απρόκλητη αστυνομική βία σε διάφορες διαβαθμίσεις κάποια στιγμή της ζωής τους, διηγούνται χαμηλόφωνα τις ιστορίες τους και διαμορφώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη γενική αντίληψη που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία: οι μπάτσοι δεν είναι καλοί άνθρωποι.
Έφυγε άραγε άρον-άρον ο χθεσινός “ειδικός φρουρός” από τον τόπο του εγκλήματος; Ή μήπως έμεινε εκεί, κραδαίνοντας το καυτό υπηρεσιακό του περίστροφο επιδεικτικά, πατώντας με την μπότα του το κουφάρι του θύματός του; Γέμισε εθνική υπερηφάνεια η ψυχή του επειδή αυτός καθάρισε έναν “βρώμικο” ή η θέα του αίματος στην άσφαλτο του γύρισε το στομάχι; Σκέφτηκε να ρίξει μια ακόμα σφαίρα στον κρόταφό του ή αισθάνθηκε σίγουρος σκεπτόμενος τον μακρύ κατάλογο των αθωωμένων αστυνομικών;
Η απάντηση βρίσκεται εδώ:

Ο άνθρωπος απλώς έστριψε κι έφυγε.
Ένας καταδικασθείς και φυλακισθείς για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος πρύτανης αθηναϊκού πανεπιστημίου, ερχόμενος κάποτε σε σύγκρουση με τους φοιτητές του, δήλωνε σε αθηναϊκή εφημερίδα ότι από τους ελιτιστές φοιτητές που κάνουν επαναστατική γυμναστική προτιμά, όπως κι ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, τα λαϊκά παιδιά των σωμάτων ασφαλείας.
Ποια είναι αυτά τα παιδιά που, ξεκινώντας από αφετηρίες παρόμοιες με όλων μας, καταλήγουν προστατευόμενοι από την στρατιωτική στολή τους, ένοπλοι τιμητές όσων τίθενται κριτικά έναντι των ισχυόντων κοινωνικών συσχετισμών; Τα ‘χουμε συναντήσει στο διπλανό θρανίο, κι είχαν κι αυτά, όπως κι εμείς, αγωνίες επιβίωσης.
Αυτά τα παιδιά έμαθαν να λύνουν τα προβλήματά τους χωρίς πολλή κουβέντα: με δακρυγόνα, κλομπ και, μερικές φορές, με περίστροφα. Αυτό τους δίδαξε το κράτος που τους ταΐζει, σ’ αυτό έπρεπε να πίστεψουν.
Πρόκειται για μια από τις λιγοστές επιτυχίες αυτού του κράτους: Εξοπλίζει τις ειδικές αστυνομικές του δυνάμεις καλύτερα από τους πολίτες που υποτίθεται πως προφυλάσσουν με το στανιό τη χώρα από τον αιώνιο εξ ανατολών κίνδυνο στα στρατόπεδα του Έβρου και των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, και τις παρατάσσει στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, δημιουργώντας μια εντύπωση στρατιωτικής κατοχής στους διαβάτες και μια συνείδηση στρατού κατοχής στους ίδιους τους αστυνομικούς. “Μεμονωμένα περιστατικά”, όπως αυτό του τυχαίου θανάτου ενός δεκαεξάχρονου, δεν είναι παρά το αναμενόμενο αποτέλεσμα των διακυμάνσεων αυτής της συνείδησης στρατού κατοχής. Τηρουμένων των αναλογιών, ένας μπάτσος στα Εξάρχεια σήμερα, δεν πρέπει να αισθάνεται και πολύ διαφορετικά από έναν Γερμανό στρατιώτη στην Αθήνα το 1943. Ούτε ψύλλος στον κόρφο μας, δηλαδή.
Ακούγεται ξεπερασμένο να μιλά κανείς σήμερα ανοίγοντας πρώτα επιστημονικά εγχειρίδια. Θα πρέπει, όμως, να υπενθυμίσουμε τον ορισμό της εξουσίας στον οποίο συγκλίνουν κοινωνικοί και πολιτικοί επιστήμονες και, χάριν συντομίας, ας δεχτούμε αυτόν του Μάνεση:

Εξουσία είναι η υπέρτατη ικανότης επιβολής ωρισμένης θελήσεως επί άλλων θελήσεων κατά τρόπο ακαταγώνιστο, δηλ. η υπέρτατη ικανότης του άρχειν, η οποία συνίσταται εις το επιτάσσειν και εξαναγκάζειν εις συμμόρφωσιν.

Ήτοι, η δυνατότητα άσκησης έννομης βίας.
Ενδεικτική της κεντρικής σημασίας της δυνατότητας για άσκηση έννομης βίας για το ελληνικό κράτος σήμερα, είναι η άμεση αντίδραση αυτοπροστασίας των πολιτικών προϊσταμένων της αστυνομίας: Δύο εξ αυτών υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους μέσα στη νύχτα και λίγα λεπτά αργότερα ο προϊστάμενος αυτών δηλώνει ότι δεν έγιναν αποδεκτές – κι όλα καλά, όλα ωραία. Αξιοθαύμαστη αντίδραση, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσο έχει επικριθεί αυτή η κυβέρνηση για τη βραδύτητα των αντιδράσεών της σε άλλα μεγάλα ζητήματα, από τις υποκλοπές μέχρι το Βατοπέδι.
Πολύ θα ήθελαν, μου φαίνεται, το όλο ζήτημα να έληγε εκεί, στις δύο και δέκα μετά τα μεσάνυχτα, λες και το παιδάκι δεν ξεψύχησε στη βρόμικη άσφαλτο της Χαριλάου Τρικούπη – μα η πραγματικότητα είναι πάντα πιο σκληρή από τις προσδοκίες και του πιο καλοπροαίρετου υπουργού εσωτερικών.
Αυτόν, όμως, δεν τον πειράζει, γιατί το κλομπ του είναι συνέχεια σκληρό...