Και πού είσαι ακόμα…

Ο Τζαβέντ Ασλάμ, πρόεδρος της πακιστανικής κοινότητας, δηλώνει στην Καθημερινή, σχετικά με τη βίαιη διαδήλωση μεταναστών της περασμένης Παρασκευής:

«Οταν έγιναν τα επεισόδια την Παρασκευή το βράδυ με πήρε τηλέφωνο ο Αττικάρχης και μου είπε να σταματήσω τα επεισόδια. Του είπα ότι αυτοί που τα κάνουν είναι από διάφορες χώρες και δεν μπορώ να τα σταματήσω. Μου είπε «αυτό σημαίνει ότι τα κάνεις εσύ» και του απάντησα «χώρα σου είναι, κάνε ό,τι νομίζεις».

Αντιλαμβάνεται κανείς πως, αν αυτή είναι η μενταλιτέ του αττικάρχη, πάλι καλά που οι υφιστάμενοί του έσκισαν απλώς το κοράνι. Βέβαια η επόμενη μέρα θα είναι πιο δύσκολη για όσους στέκονται στο ύψος των περιστάσεων:

Οι συγκεντρωμένοι [της επιτροπής κατοίκων Αγ. Παντελεήμονα] επιτέθηκαν στον [δημοσιογράφο] κ. Ονισένκο, διότι διαφώνησαν με τα γραφόμενά του και -όπως δήλωσαν στην «Κ»- σκοπεύουν να επιτίθενται σε όποιον γράφει κείμενα που δεν τους είναι αρεστά. Τελικά, ο συντάκτης της «Κ» έφυγε με συνοδεία αστυνομικών. Επονείδιστη φραστική επίθεση δέχθηκε και ο εφημέριος του ιερού ναού Αγ. Παντελεήμονα, πατέρας Προκόπιος, που είναι γνωστός για την έντονη ανθρωπιστική του δράση.

Ομορφιές

TA NEA Gallοp

Ύστερα από τα πρόσφατα επεισόδια από μουσουλμάνους στο κέντρο της Αθήνας, πιστεύετε ότι::

φταίει η στάση της αστυνομίας, είναι απαράδεκτο να ποδοπατούνται ιερά βιβλία.

κακώς διαμαρτύρονται οι μουσουλμάνοι, όταν στις χώρες τους δεν υπάρχει θρησκευτική ελευθερία.

το πρόβλημα έγκειται στον ρατσισμό της ελληνικής κοινωνίας, που είναι κλειστή σε άλλες θρησκείες.

Δεν γνωρίζω / δεν απαντώ.

μέσω TA NEA On-line.

λινγκουίστικ

Και μπαίνει ο αρχινταραβέρης και τους ξηγιέται έτσι. Με τα δάχτυλα, μαλακά. Κι αυτοί το ρίχνουν στο ψιλοτουμπεκιαστό. Μετά σηκώνει και τα δυο τα χέρια. Κρατάει μαρκούτσι ψιλό κι οι σέοι χοντροτουμπεκιάζονται. Και τότε πέφτει ένα παλαμάκι, παλαμάκι λέμε, όχι χαβαλέ, αλά αναψυκτήριοοο!

– Και τι συναυλία ήτανε;

– Συναυλίααα; Τώρα μιλάμε για χοντρή μαγκιά. Τσαϊκόβσκι. Τι λες και συ, Γώγο, συμφωνείς;

Η Βαρβάρα με κοίταξε επιτιμητικά. Μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι. Με πήρε τηλέφωνο και της είπα να ‘ρθει να με δει. Συναντηθήκαμε κάτω από τις γερασμένες μουριές της πλατείας και κάτσαμε στα σκονισμένα παγκάκια της.

– Δεν άλλαξες και πολύ.

– Μα πώς, μεγάλωσε το κούτελό μου. Τα μαλλιά μου πέσαν περισσότερο.

– Όχι, όχι, δεν εννοώ αυτό.

Δεν μ’ απάντησε. Με ξανακοίταξε επιτιμητικά. Είδα στα μάτια της την απάντηση. Άνοιξα το στόμα και άπλωσα έξω από τα χείλη μου τη γλώσσα.

– Μα να, δες, κοίτα, η γλώσσα μου είναι μια χαρά. Μπορεί και διακρίνει το ξινό από το γλυκό, τ’ αρμυρό από τη ζάχαρη, τ’ απαλό χνούδι απ’ τη σκληρή κυματιστή τρίχα της ήβης κι αντιδρά αρνητικά στο γρήγορο ρούφηγμα βαρύ γλυκού καφέ στο χοντρό. Είναι μια γλώσσα τέλεια. Τι άλλο θες;

Η Βαρβάρα πάλι δε μ’ απάντησε. Μάζεψε αργά την τσάντα της, τον αναπτήρα της και τα Ζιτάν και με μια απαλή κίνηση πήρε στροφή και μου γύρισε την πλάτη. Σαν περπάτησε λίγο πιο πέρα, τίναξε μ’ ένα σπαστό του λαιμού κούνημα την υπέροχη ξανθιά χαίτη και γυρίζοντας μου φώναξε:

– Εδώ θα ψοφήσεις. Σε ξέρω, εδώ θα ψοφήσεις. Σ’ αυτό τον τόπο με τ’ άθλια παγκάκια, χάνεσαι άδικα, Θανάση. Δε θα τα καταφέρεις ποτέ να φτάσεις κει που θέλεις. Θα βουλιάξεις μες στο φτωχό του λεξιλόγιο, μες στη μιζέρια σου. Όλες κι όλες οι λέξεις π’ ακούς εδώ δεν ξεπερνάνε τις πενήντα. Γεια σου.

Η Βαρβάρα ήξερε τον κρυφό μου πόθο να γίνω κάποτε γραφιάς. Κολωνιώτισσα ήταν κι αυτή και πάνω στο χάδι, μικρά παιδιά, τα συζητούσαμε. Τώρα σπούδαζε στο Παρίσι. Σπούδαζε λινγκουίστικς, γλωσσολογία δηλαδή. Κι από τότε που ‘χε αρχίσει, ανακάλυψε ότι το πρόβλημα του ελληνικού λαού ήταν κάπου ανάμεσα στο στόμα του.

– Δεν μπορείς, έλεγε, να στηριχτείς για την αλλαγή πάνω σ’ ένα λαό που δεν έχει διαρθρώσει ακόμα σωστά την ομιλία του. Είναι θέμα κουλτούρας, πολιτισμού. Μου θύμιζε τη Ρόζα, μια συντρόφισσα που μας είχε έρθει από την Ελβετία τους σκοτεινούς καιρούς της παρανομίας και γύρισε άρον-άρον στο με καθαριότητα νοσοκομείου ελβετικό τοπίο γιατί κι αυτή δεν μπορούσε «να στηριχτεί για την αλλαγή σ’ ένα λαό που φτύνει στους δρόμους κι όχι στο μαντίλι του». Πιθανά να θεωρούσε σαν πρώτη επιλογή τον αγώνα για την ανάρτηση πτυελοδοχείων στους δρόμους.

– Καϊνάρι παιδί, ρε μάγκα, ο Γκεβάρα, κουτσάβι από τα πρώτα, το ‘χω διαβάσει σε βιβλίο. Τι λες και συ Γώγο, συμφωνείς;

– Ναι, αλλά κι αυτόν τον σφουγγαρίσανε.

διήγημα του Θανάση Σκρούμπελου από τη συλλογή Τα φίδια στον Κολωνό, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνη, λίγο μετά το 1990.

Κρίση, συνδικαλισμός και ελληνικός κομματισμός

Όταν βιώνει κανείς μια οργάνωση εργασίας που λειτουργεί ως περιστρεφόμενη πόρτα, όπου οι άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν, δεν είναι δυνατόν να σφυρηλατηθούν δεσμοί. Οι σχέσεις των ανθρώπων που βιώνουν την ίδια κατάσταση είναι επιφανειακές, άλλωστε δεν προλαβαίνουν να γνωριστούν καλά. Δεν αναπτύσσουν εμπιστοσύνη μεταξύ τους αλλά ούτε και αλληλεγγύη. Εδώ εντοπίζεται άλλωστε και η δυσκολία να οργανώσει κανείς ανθρώπους της «νέας οικονομίας» σε συνδικάτα.

τονίζει ο κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ στην Deutsche Welle. Βέβαια αυτά αφορούν τον δυτικό κόσμο. Γιατί στην Ελλάδα συμβαίνουν άλλα πράγματα. Να, ας πούμε, ποιοι είναι οι αρχισυνδικαλιστές της ΔΑΚΕ, από την Ελευθεροτυπία:

Μετά την επιλογή του για την Ευρωβουλή, ο πρόεδρος της ΔΑΚΕ Κ. Πουπάκης επιθυμεί να μείνει ταυτόχρονα και στη θέση του γραμματέα της ΓΣΕΕ. […] Ουδείς προβάλλει σοβαρές αξιώσεις σαν μεταβατική λύση ή για τη διαδοχή. Ο πιο προβεβλημμένος από τους εναπομείναντες είναι ο Φιλ. Ταυρής, ο οποίο μέχρι πρόσφατα ήταν πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας […] Από την πλευρά των εσωκομματικών του αντιπάλων υποστηρίζεται ότι ο κ. Ταυρής είναι ήδη συνταξιούχος από τη Γενική Τράπεζα.

Επίσης αδύνατες υποψηφιότητες είναι των:

* Φ. Αγαδάκου, εκπροσώπου της ΓΣΕΕ στο Δ.Σ. του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (αντιπρόεδρος) ο οποίος, εκ παραλλήλου, ανέλαβε και (διορισμένος) πρόεδρος του Ολυμπιακού Χωριού.

* Ε. Καλύρη, ο οποίος μόλις πρόσφατα αποχώρησε από τη ΓΣΕΕ, αφού προτίμησε θέση παρά τον υπουργό Αμυνας Ευ. Μεϊμαράκη.

* Γ. Καλλιάνου, που αναμένεται να συνταξιοδοτηθεί (πρόωρα) από την Ολυμπιακή.

Η σχέση, δηλαδή των αρχισυνδικαλιστών με τον κόσμο της εργασίας είναι όση και η σχέση του φάντη με το ρετσινόλαδο, που έλεγε κι η σ. Αλέκα χθες.

Υπαρξιακά προβλήματα

Γράφω σ’ αυτό το μπλογκ εδώ κι ενάμιση χρόνο περίπου, κι οι αναγνώστες μου είναι ελάχιστοι – σχεδόν μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ’ ακούω και οπωσδήποτε σε περισσότερους ανθρώπους λέω προφορικά τις σκέψεις που καταγράφω κι εδώ. Ελάχιστα επίσης είναι και τα σχόλια αναγνωστών. Τώρα, τι έχει συμβεί τελευταία και ασχολούνται μαζί μου κάτι περίεργοι τύποι αφήνοντας σχόλια στο «about» μου, μια για τις φασιστικές συγκεντρώσεις στον Άγιο Παντελεήμονα, μια για το ξεκαθάρισμα της Αθήνας από τους βρωμομετανάστες, δεν καταλαβαίνω. Παιδιά, επειδή εγώ δεν είμαι από τους τύπους που σβήνουν σχόλια, αφήστε με στην ησυχία μου. Είμαι στην άλλη όχθη, μα το κοινό μου είναι μικρό. Δεν αξίζει ν’ ασχοληθείτε μαζί μου.

Πετάλι στης πόλης μας το χάλι!

Πραγματοποιήθηκε σήμερα με μεγάλη επιτυχία η Πανελλαδική Ποδηλατοπορεία. Στην Αθήνα συγκεντρώθηκαν περίπου 5.000 ποδηλάτες. Τα κυρίαρχα media δεν ξέρω αν τους είδαν. Επειδή, όμως, ήμασταν εκεί, να μια γεύση:

Πανελλαδική ποδηλατοπορεία!

Για να μην ξεχνιόμαστε: