λινγκουίστικ

Και μπαίνει ο αρχινταραβέρης και τους ξηγιέται έτσι. Με τα δάχτυλα, μαλακά. Κι αυτοί το ρίχνουν στο ψιλοτουμπεκιαστό. Μετά σηκώνει και τα δυο τα χέρια. Κρατάει μαρκούτσι ψιλό κι οι σέοι χοντροτουμπεκιάζονται. Και τότε πέφτει ένα παλαμάκι, παλαμάκι λέμε, όχι χαβαλέ, αλά αναψυκτήριοοο!

– Και τι συναυλία ήτανε;

– Συναυλίααα; Τώρα μιλάμε για χοντρή μαγκιά. Τσαϊκόβσκι. Τι λες και συ, Γώγο, συμφωνείς;

Η Βαρβάρα με κοίταξε επιτιμητικά. Μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι. Με πήρε τηλέφωνο και της είπα να ‘ρθει να με δει. Συναντηθήκαμε κάτω από τις γερασμένες μουριές της πλατείας και κάτσαμε στα σκονισμένα παγκάκια της.

– Δεν άλλαξες και πολύ.

– Μα πώς, μεγάλωσε το κούτελό μου. Τα μαλλιά μου πέσαν περισσότερο.

– Όχι, όχι, δεν εννοώ αυτό.

Δεν μ’ απάντησε. Με ξανακοίταξε επιτιμητικά. Είδα στα μάτια της την απάντηση. Άνοιξα το στόμα και άπλωσα έξω από τα χείλη μου τη γλώσσα.

– Μα να, δες, κοίτα, η γλώσσα μου είναι μια χαρά. Μπορεί και διακρίνει το ξινό από το γλυκό, τ’ αρμυρό από τη ζάχαρη, τ’ απαλό χνούδι απ’ τη σκληρή κυματιστή τρίχα της ήβης κι αντιδρά αρνητικά στο γρήγορο ρούφηγμα βαρύ γλυκού καφέ στο χοντρό. Είναι μια γλώσσα τέλεια. Τι άλλο θες;

Η Βαρβάρα πάλι δε μ’ απάντησε. Μάζεψε αργά την τσάντα της, τον αναπτήρα της και τα Ζιτάν και με μια απαλή κίνηση πήρε στροφή και μου γύρισε την πλάτη. Σαν περπάτησε λίγο πιο πέρα, τίναξε μ’ ένα σπαστό του λαιμού κούνημα την υπέροχη ξανθιά χαίτη και γυρίζοντας μου φώναξε:

– Εδώ θα ψοφήσεις. Σε ξέρω, εδώ θα ψοφήσεις. Σ’ αυτό τον τόπο με τ’ άθλια παγκάκια, χάνεσαι άδικα, Θανάση. Δε θα τα καταφέρεις ποτέ να φτάσεις κει που θέλεις. Θα βουλιάξεις μες στο φτωχό του λεξιλόγιο, μες στη μιζέρια σου. Όλες κι όλες οι λέξεις π’ ακούς εδώ δεν ξεπερνάνε τις πενήντα. Γεια σου.

Η Βαρβάρα ήξερε τον κρυφό μου πόθο να γίνω κάποτε γραφιάς. Κολωνιώτισσα ήταν κι αυτή και πάνω στο χάδι, μικρά παιδιά, τα συζητούσαμε. Τώρα σπούδαζε στο Παρίσι. Σπούδαζε λινγκουίστικς, γλωσσολογία δηλαδή. Κι από τότε που ‘χε αρχίσει, ανακάλυψε ότι το πρόβλημα του ελληνικού λαού ήταν κάπου ανάμεσα στο στόμα του.

– Δεν μπορείς, έλεγε, να στηριχτείς για την αλλαγή πάνω σ’ ένα λαό που δεν έχει διαρθρώσει ακόμα σωστά την ομιλία του. Είναι θέμα κουλτούρας, πολιτισμού. Μου θύμιζε τη Ρόζα, μια συντρόφισσα που μας είχε έρθει από την Ελβετία τους σκοτεινούς καιρούς της παρανομίας και γύρισε άρον-άρον στο με καθαριότητα νοσοκομείου ελβετικό τοπίο γιατί κι αυτή δεν μπορούσε «να στηριχτεί για την αλλαγή σ’ ένα λαό που φτύνει στους δρόμους κι όχι στο μαντίλι του». Πιθανά να θεωρούσε σαν πρώτη επιλογή τον αγώνα για την ανάρτηση πτυελοδοχείων στους δρόμους.

– Καϊνάρι παιδί, ρε μάγκα, ο Γκεβάρα, κουτσάβι από τα πρώτα, το ‘χω διαβάσει σε βιβλίο. Τι λες και συ Γώγο, συμφωνείς;

– Ναι, αλλά κι αυτόν τον σφουγγαρίσανε.

διήγημα του Θανάση Σκρούμπελου από τη συλλογή Τα φίδια στον Κολωνό, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνη, λίγο μετά το 1990.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s