Ο κομιστής, ο Άραβας, ο υπουργός κι ο δάσκαλός τους

Προ διετίας, την ώρα που όλος ο κόσμος ασχολιόταν με τον Χρήστο Ζαχόπουλο, την Εύη Τσέκου, τον Θέμο Αναστασιάδη κλπ., εγώ ο ταπεινός μπλόγκερ, αποφάσιζα ν’ ασχοληθώ μ’ έναν άλλον -όπουλο, που έχει απασχολήσει συχνά-πυκνά την επικαιρότητα, αλλά όχι εκείνες τις ημέρες.

Διαβάζοντας σήμερα για την απομάκρυνση του Σαούντ Μπαλαουί από τη τυπική (;) διοικητική θέση της MIG που διατηρούσε, δε μπόρεσα να μην επιστρέψω στην προ διετίας ανάρτησή μου. Για να διαπιστώσω, φυσικά, ρίχνοντας άλλη μια ματιά σ’ εκείνο το άρθρο του Business Week, ότι τα καμπανάκια χτυπούσαν από τότε, μόνο που εγχωρίως τουλάχιστον ο τύπος αγρόν ηγόραζε. Ακόμα κι εγώ παραπλανήθηκα απ’ τον ελληνικό τύπο και τα έριξα στο Business Week.

Στις σημερινές συνθήκες, πάντως, φαντάζει ακόμη πιο αστείος ο τότε υπουργός τουριστικής ανάπτυξης με τις εξαγγελίες του.

Αλλά αυτός έπασχε από αυτό που μας προσφέρει το Cognitariato.

Τριτοβάθμια εκπαίδευση, τύπος, συνδικαλισμός και δημοκρατία

Ο Απόστολος Λακασάς, με τον οποίον ασχολήθηκα και προχθές, δημοσιεύει σήμερα στην Καθημερινή ένα άρθρο με τίτλο «Οι… φοιτητοπατέρες θα χάσουν την ισχύ τους«. Σ’ αυτό, μεταφέρει την εκ του υπουργείου παιδείας προερχόμενη πληροφορία ότι επίκειται αλλαγή στον τρόπο εκλογής των πρυτανικών αρχών (και όχι του πρυτανικού συμβουλίου, φυσικά!) των πανεπιστημίων.

Με τον νόμο Γιαννάκου (3549/2007), προβλέπεται ότι ο πρύτανης και οι αντιπρυτάνεις εκλέγονται

από ειδικό σώμα εκλεκτόρων, που απαρτίζεται από τρεις κατηγορίες εκλεκτόρων: τους πανεπιστημιακούς, τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές καθώς και την κατηγορία των επιστημονικών συνεργατών και του ειδικού διδακτικού προσωπικού. «Το ποσοστό των ψήφων που έλαβε κάθε υποψήφιος συνδυασμός υπολογίζεται από το άθροισμα των ποσοστών που έλαβε ο συνδυασμός από καθεμιά από τις κατηγορίες εκλεκτόρων, τούτων πολλαπλασιαζόμενων με τους συντελεστές βαρύτητας 0,50, 0,40 και 0,10 αντίστοιχα και ανεξάρτητα από το ποσοστό προσέλευσης της κάθε κατηγορίας εκλεκτόρων».

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, είναι πάγιο αίτημα των πανεπιστημιακών η βαρύτητα της καθολικής ψήφου των φοιτητών στις πρυτανικές εκλογές να σταθμίζεται με το ποσοστό συμμετοχής τους.

Δε θ’ αναφερόμουν καθόλου σ’ αυτό το άρθρο, αν δεν ήταν τόσο έκδηλη η αντίθεση του δημοσιογράφου στον ισχύοντα νόμο για τις πρυτανικές εκλογές. Γράφει στην πρώτη αράδα του άρθρου του:

Ψήφο εμπιστοσύνης στους ενεργούς φοιτητές και όχι στους… φοιτητοπατέρες θέλει να δώσει το υπ. Παιδείας.

Λες και δεν ήταν αυτός και η εφημερίδα που εργάζεται που πριν από δυο χρόνια επιχειρηματολογούσαν υπέρ της καθολικής ψηφοφορίας των φοιτητών ως μέσου αποδυνάμωσης των φοιτητικών παρατάξεων και της δούναι και λαβείν σχέσης που ορίζει τις πρυτανικές εκλογές στα πανεπιστήμια εδώ και 25 χρόνια.

Έγραφε ο ίδιος δημοσιογράφος στις 24/11/2007 σε άρθρο με τίτλο «Το ψαλίδισμα της εξουσίας των συνδικαλιστών φοιτητών«:

Η νέα ρύθμιση ψαλιδίζει την εξουσία των συνδικαλιστών φοιτητών, οι οποίοι -με την ιδιότητα του εκλέκτορα- έως τώρα μπορούσαν να… παζαρεύουν διάφορα προνόμια με τους υποψήφιους πρυτάνεις. Γι’ αυτό άλλωστε, όλες οι φοιτητικές παρατάξεις -είτε διακριτικά είτε με οξύτητα και με διάφορα επιχειρήματα- διατύπωσαν τις αντιδράσεις τους στη σχετική ρύθμιση.

Και στο κύριο άρθρο της εφημερίδας στις 5/12/2007 διαβάζουμε, μ’ αφορμή τη διακοπή της διαδικασίας εκλογής αντιπρύτανη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από φοιτητικές παρατάξεις της αριστεράς:

Ο νόμος που κατοχυρώνει την εκλογή των πρυτανικών αρχών με καθολική ψηφοφορία των φοιτητών πέρασε από τη Βουλή των Ελλήνων. Είναι, δηλαδή, εκπεφρασμένη η θέληση του ελληνικού λαού να σταματήσουν οι ανίερες συναλλαγές των φοιτητοπατέρων με τις πρυτανικές αρχές. Ετσι, το μόνο που κατάφεραν οι πρωταγωνιστές του θλιβερού αυτού χάπενινγκ είναι να ξεσκεπάζονται στα μάτια των φοιτητών και του ελληνικού λαού. Απέδειξαν ότι όταν κραυγάζουν για δημοκρατία, τα συμφέροντα μιας δράκας συνδικαλιστών εξυπηρετούν. Οχι τις ανάγκες των φοιτητών, ούτε φυσικά του Πανεπιστημίου.

Ενώ μερικούς μήνες μετά, λίγο πριν τον Μάη του 2008 πραγματοποιηθούν πρυτανικές εκλογές σε αρκετά ΑΕΙ της χώρας, ο Απόστολος Λακασάς γράφει άρθρο με τίτλο «Τεστ δημοκρατίας οι πρυτανικές εκλογές» και η Καθημερινή στο κύριο άρθρο της στις 11/5/2008 υποστηρίζει:

Οι επικείμενες πρυτανικές εκλογές είναι πρώτα απ’ όλα μια δοκιμή δημοκρατίας για την ακαδημαϊκή κοινότητα στο σύνολό της. Τότε θα φανεί πόσο ώριμοι είναι φοιτητές και διδάσκοντες να διαχειριστούν την αυτονομία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που επιδιώκουν.

Η αρχισυνταξία της Καθημερινής δε διστάζει να προβάλει στο πρωτοσέλιδό της το θέμα στις 18/5/2008 με τίτλο «Καταλήψεις κατά του δικαιώματος ψήφου των φοιτητών«. Στις εσωτερικές σελίδες, ο Απόστολος Λακασάς χρεώνει στην αριστερά το έλλειμμα δημοκρατίας στα ΑΕΙ.

Είναι ξεκάθαρο ότι για την εφημερίδα και τον συντάκτη της η ρύθμιση του 3549/2007 αποτελούσε λύση για τα προβλήματα δημοκρατίας που αντιμετωπίζουν τα ΑΕΙ ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο έλεγαν στους αναγνώστες τους.

Τι πήγε στραβά, λοιπόν, και η καθολική ψηφοφορία του 3549/2007 σήμερα πετιέται στο πυρ το εξώτερον;

Εκείνο που αναδεικνύεται μ’ αυτή την αντίθεση δεν είναι η κωλοτούμπα του δημοσιογράφου. Σε τελική ανάλυση, δε μπορούμε να του στερήσουμε το δικαίωμα ν’ αλλάζει γνώμη.

Αναδεικνύονται όμως τρία ζητήματα πολύ σοβαρά.

Το πρώτο έχει να κάνει με τον τρόπο που παράγεται η ενημέρωση της κοινής γνώμης. Μια προσεκτικότερη ματιά σε μερικές δημοσιεύσεις της ίδιας εφημερίδας την ίδια περίοδο, μας δίνει μια κατεύθυνση:

Οι «πανεπιστημιακοί» έβλεπαν ότι το σύστημα της καθολικής ψηφοφορίας θα ήταν προβληματικό (6/12/2007). Και ποιοι είναι οι «πανεπιστημιακοί»; Από τον τρόπο που χρησιμοποιεί τον όρο γενικά ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος, μάλλον μιλάμε για τη σύνοδο των πρυτάνεων, όπως προκύπτει κι από επόμενο άρθρο. Οι αντιρρήσεις δεν περιορίζονταν στο ζήτημα της καθολικής ψηφοφορίας, αλλά εκτείνονταν και σ’ άλλα θέματα, όπως μπορείτε να διαβάσετε στους συνδέσμους. Οπότε, η όλη κουβέντα γύρω από αυτό το ζήτημα ήταν προσχηματική. Η ουσία των διαφωνιών των «πανεπιστημιακών» εξακολουθεί να τίθεται και σήμερα, όπως σ’ αυτό το άρθρο του Βήματος, για τα δικαιώματα επανεκλογής των πρυτάνεων στη διοίκηση των πανεπιστημίων.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο δημόσιος προβληματισμός για το ζήτημα, χάρη στην ευδόκιμη υπηρεσία εφημερίδων και δημοσιογράφων, περιορίστηκε στην νιχιλιστική στάση της φοιτητικής αριστεράς.

Το δεύτερο είναι ένα ειδικό στρατηγικό ζήτημα των προοδευτικών δυνάμεων, στενά αρθρωμένο με το προηγούμενο. Οι φοιτητικές παρατάξεις της αριστεράς, ειδικότερα της εξωκοινοβουλευτικής, με την άγουρη οργή που τις χαρακτηρίζει, κατάφεραν πριν δυο χρόνια να γίνουν ο καλύτερος πελάτης της αντιδραστικής συντήρησης των πανεπιστημίων, όπως αυτή προσωποποιείται στις διοικήσεις τους και στους φοιτητοπατέρες των παρατάξεων που αντιστοιχούν στα δυο κόμματα εξουσίας. Απονομιμοποιήθηκαν στα μάτια της κοινής γνώμης, έπληξαν το κύρος  τους και εντός πανεπιστημίου και, τελικά, δεν κατόρθωσαν να αναδείξουν το ουσιώδες πρόβλημα: Τη διαπλοκή των μεγάλων παρατάξεων που αντιστοιχούν στα κόμματα εξουσίας με το καθηγητικό κατεστημένο και τους εκάστοτε εκφραστές του. Πόσο συχνά πήγαιναν να ψηφίσουν οι εκλέκτορες των αριστερών παρατάξεων στις πρυτανικές εκλογές τα προηγούμενα χρόνια; Τι σχέση είχαν μ’ αυτή τη διαπλοκή;

Το ζήτημα της καθολικής ψηφοφορίας θα μπορούσε άνετα ν’ αναδειχθεί σε μείζονα διεκδίκηση ενός προοδευτικού φοιτητικού κινήματος, αλλά δυνάμεις όπως η ΕΑΑΚ προτίμησαν να επιχειρηματολογήσουν εναντίον του διότι θα «αποδυναμώνονταν οι γενικές συνελεύσεις». Έτσι άφησαν το πεδίο ανοιχτό στις μεγάλες παρατάξεις να εξακολουθήσουν το παιχνίδι της συναλλαγής με τους υποψηφίους στις πρυτανικές εκλογές και, άρα, το «σύστημα ΑΕΙ» να παραμένει αμετάβλητο, για κακή τύχη της μεγάλης μάζας των φοιτητών αλλά και της κοινωνίας γενικότερα.

Το τρίτο είναι μια γενική διαπίστωση για την ποιότητα της εργασίας του νομοθετικού σώματος στη χώρα μας. Όταν η «επιτροπή σοφών» υπό τον Θάνο Βερέμη διαμόρφωσε τις προτάσεις της για τον επερχόμενο τότε νόμο-πλαίσιο του 2007, είχε προτείνει την στάθμιση της συμμετοχής στις εκλογές στον υπολογισμό της βαρύτητας των επιμέρους αποτελεσμάτων στα συνολικά.  Η άποψη Βερέμη δεν έφτασε μέχρι τη Βουλή. Ίσως γιατί διακινδύνευε τη διατάραξη των υπαρχουσών ισορροπιών σε κάθε πανεπιστήμιο. Νομικός μπορεί να μην είμαι, αλλά να τι προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος 2083/1992 όπως είχε τροποποιηθεί με τους 2188/1994  και 2916/2001 για το εκλεκτορικό σώμα (άρθρο 3, παράγραφος 1):

Ο Πρύτανης και οι δύο Αντιπρυτάνεις εκλέγονται από ειδικό σώμα εκλεκτόρων, που απαρτίζεται από το σύνολο των μελών ΔΕΠ του Πανεπιστημίου, από εκπροσώπους των φοιτητών ίσους προς το 80% των μελών ΔΕΠ, από εκπροσώπους των ΕΜΥ και μεταπτυχιακών φοιτητών ίσους προς το 5% των μελών ΔΕΠ, και από εκπροσώπους των Βοηθών, Επιστημονικών Συνεργατών και Επιμελητών, του Ειδικού και Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού, του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού και του Διοικητικού Προσωπικού, ως ενιαίας ομάδας προσωπικου, ίσους προς το 20% των μελών ΔΕΠ.

Εν ολίγοις, ο 3549/2007 θεσμοθέτησε κάτι που υπήρχε, χωρίς να διασφαλίσει με κανέναν τρόπο την ανατροπή της κατάστασης που επεδίωκε, ενδεχομένως, η πρόταση της «επιτροπής σοφών».

ΥΓ. Επειδή προχθές αφορμή ήταν το ζήτημα των πολλαπλών συγγραμμάτων, πάρτε και την αντίδραση του υπουργείου παιδείας επ’ αυτού, πάλι από την Καθημερινή και τον Λακασά:

Την καθιέρωση του ηλεκτρονικού συγγράμματος προωθεί το υπ. Παιδείας. Σύμφωνα με υψηλόβαθμο στέλεχος, το υπουργείο θα ζητήσει από τα ΑΕΙ να αναρτούν στο Διαδίκτυο όλα τα συγγράμματα, που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίζει το κάθε Τμήμα για κάθε μάθημα. Ετσι, οι φοιτητές θα μπορούν να ανατρέχουν σε όλα τα συγγράμματα, παρά να επιλέγουν ένα, το οποίο στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων είναι αυτό του διδάσκοντος.

Να δούμε πότε θα μιλήσουν για την ταμπακέρα.

UPDATE 14/2/2010:

Το σημερινό σχετικό αφιέρωμα στην Καθημερινή δεν κομίζει τίποτε νέο στη συζήτηση. Μόνο είναι να γελάς με την υποκρισία του γραμματέα της ΔΑΠ ΑΕΙ. Γιατί, βέβαια, ο μεγάλος ευνοημένος από το προηγούμενο εκλεκτορικό σύστημα ήταν οι συνδικαλιστές της ΔΑΠ, που έχουν και τους περισσότερους εκλέκτορες, βάσει των αποτελεσμάτων των φοιτητικών εκλογών. Με το τρικ της μη στάθμισης στον νόμο Γιαννάκου, αυτοί εξακολούθησαν το παιχνίδι τους, και τώρα τα ρίχνουν στους «κουκουλοφόρους».

Ωραίοι τύποι στο βήμα της Βουλής

Δεν ασχολούμαι συνήθως με τη δεξιά, αλλά διαβάζω τώρα στην ηλεκτρονική έκδοση του Βήματος την περίληψη της τοποθέτησης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη σημερινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή περί του μεταναστευτικού.

Λέει, λοιπόν, σύμφωνα με την σύνοψη της εφημερίδας (η υπογράμμιση δική μου):

Μιλώντας για το πρόβλημα με την ψήφο των μεταναστών από μη ευρωπαϊκές χώρες, στις δημοτικές εκλογές, το οποίο, όπως επισήμανε «έχει απορριφθεί από άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις» υπογράμμισε ότι «δεν μπορούν να υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων: Κάποιοι που ψηφίζουν παντού και κάποιοι που ψηφίζουν σε ορισμένες εκλογές μόνο. Κάποιοι που έχουν το δικαίωμα των εκλέγειν και εκλέγεσθαι και κάποιοι – «υποδεέστεροι» – που έχουν μόνο το δικαίωμα του εκλέγειν, αλλά όχι του εκλέγεσθαι. Δεν μπορεί κάποιοι να μπορούν να εκλεγούν σύμβουλοι ή πρόεδροι του δημοτικού συμβουλίου ή δήμαρχοι, και κάποιοι άλλοι να μπορούν να εκλεγούν μόνον δημοτικοί σύμβουλοι. Ούτε είναι δυνατό κάποιος αιρετός αξιωματούχος της τοπικής αυτοδιοίκησης, που διαχειρίζεται πόρους του τόπου μας, να μην μπορεί να ψηφίζει στις εθνικές εκλογές» είπε ο κ. Σαμαράς.

Ας διαβάσουμε το άρθρο 55 εδάφιο 1 του ισχύοντος Συντάγματος:

Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.

Και το άρθρο 51 εδάφιο 3:

Οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.

Και το άρθρο 28 εδάφιο 1 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα:

Δήμαρχος, πρόεδρος Κοινότητας, δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, σύμβουλος δημοτικού διαμερίσματος, τοπικός σύμβουλος ή πάρεδρος μπορεί να εκλεγεί ο δημότης που έχει την ικανότητα να εκλέγει και έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της διενέργειας των εκλογών.

Δηλαδή σύμφωνα με το ισχύον συνταγματικό κείμενο, μπορεί να υπάρχει το δικαίωμα του εκλέγειν χωρίς το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Ακόμη και το δικαίωμα του εκλέγειν ορίζεται με νόμο κι όχι από το Σύνταγμα. Δικηγόρος δεν είμαι, αλλά αν το επιχείρημα του Αντώνη Σαμαρά ισχύει, από αύριο πρέπει ν’ αρχίσει να μιλά για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι των νέων κάτω των 25 ή των 21 ετών, και πώς αυτό έχει περισταλεί από το Σύνταγμα και τους νόμους που ψήφισε το κόμμα του όταν ήταν κυβέρνηση (όχι μόνο του, είναι η αλήθεια).

Αντιγράφω πάλι από το Βήμα:

Τόνισε μάλιστα ότι η ΝΔ θέλει τους μετανάστες που επιλέγουν να ριζώσουν στη χώρα μας, να αφήσουν πίσω τους στοιχεία του πολιτισμού τους που είναι ασύμβατα με το δικό μας, να ενταχθούν στην κοινωνία μας, να νιώσουν Έλληνες, να γίνουν Έλληνες μέσω της «ημετέρας παιδείας». «Δεν θέλουμε απλώς να «πάρουν τα χαρτιά τους» με συνοπτικές διαδικασίες και να αναπαράγονται ως διαφορετικά γκέτο. Θέλουμε την ενσωμάτωση των ξένων, για να καταπολεμήσουμε την ξενοφοβία. Για να τελειώσουμε το ρατσισμό. Δεν θέλουμε τα γκέτο που τροφοδοτούν κι αναπαράγουν το ρατσισμό» είπε χαρακτηριστικά.

Ωραίος τύπος! Κυρίες και κύριοι, είναι γεγονός: για το ρατσισμό ευθύνονται οι μετανάστες. Αν δεν είχαν έρθει εδώ οι βρομιάρηδες, μια χαρά φιλόξενοι θα ήμασταν.

Στρατευμένη δημοσιογραφία

Με την εφαρμογή της διάταξης του νόμου για τα πολλαπλά συγγράμματα στα πανεπιστήμια ασχολείται σήμερα σε άρθρο του ο εκπαιδευτικός συντάκτης της Καθημερινής Απόστολος Λακασάς.

Ναι μεν ο νόμος θέλει τις γενικές συνελεύσεις των τμημάτων να καταρτίζουν κατάλογο προτεινόμενων συγγραμμάτων για κάθε μάθημα, αλλά

[σ]υνήθως, οι κατάλογοι των Γενικών Συνελεύσεων αποτελούνται από τρία συγγράμματα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται εκείνο του διδάσκοντος το μάθημα.

Η αν. καθηγήτρια της Νομικής και μέλος της νέας διοίκησης της ΠΟΣΔΕΠ Ευγενία Μπουρνόβα δηλώνει στον δημοσιογράφο:

«Ολα ξεκινούν από τον διδάσκοντα. Εάν αυτός μένει προσκολλημένος στο εγχειρίδιο, τότε οδηγεί τους φοιτητές να κάνουν το ίδιο».

Ο δόκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Γιώργος Πανόπουλος δηλώνει επίσης στον δημοσιογράφο:

«Ομως, το βάρος πρέπει να δοθεί στη διδασκαλία και στον τρόπο δουλειάς των φοιτητών, τόσο κατά τη διάρκεια της χρονιάς όσο και στις εξετάσεις. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα τα βιβλία της Νομικής έχουν ελάχιστες παραπομπές στη νομολογία, η οποία δεν υπάρχει στο Ιντερνετ».

Η επίκουρη καθηγήτρια του Καποδιστριακού Βάσω Κιντή δηλώνει στον δημοσιογράφο:

«Με το νέο σύστημα υποτίθεται ότι επιτυγχάνονται δύο στόχοι: η πάταξη κυκλωμάτων κερδοσκοπίας που συνδέονταν με το μοναδικό σύγγραμμα και ο πλουραλισμός στη μάθηση. Αυτό όμως δεν ισχύει».

Παραπλεύρως, ο Γιάννης Μυλόπουλος, καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υποστηρίζει σε σύντομο άρθρο του:

Το πρόβλημα είναι αν συγχρόνως, με το συγκεκριμένο σύγγραμμα που προτείνεται για τη διεξαγωγή του μαθήματος, οι φοιτητές έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης και σε άλλα συγγράμματα που θα συμπληρώνουν ή και θα διευρύνουν τις γνώσεις τους, όπως συμβαίνει σε όλες τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει να υπάρχουν ενημερωμένες βιβλιοθήκες, που να διαθέτουν πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό και μάλιστα σε ποσότητες ικανές να ικανοποιήσουν τις ανάγκες όλων των φοιτητών. Αυτό όμως σε μια χώρα όπου, λίγους μήνες πριν, η προηγούμενη κυβέρνηση αρνιόταν να χρηματοδοτήσει την ενημέρωση των βιβλιοθηκών είναι ακόμη ένα άπιαστο όνειρο.

Και ποια είναι η άποψη που προβάλλει ο δημοσιογράφος στη δεύτερη αράδα του άρθρου του;

Οι φοιτητές δεν θέλουν να ξεβολευτούν από την επικράτηση του ενός βιβλίου.

Προφανώς ή δεν άκουγε τους συνομιλητές του ή είχε τόση πρεμούρα να διατηρήσει την σταθερά εχθρική στάση του έναντι των φοιτητών: πότε με το ζήτημα του ασύλου, πότε με τη συνδιοίκηση και τις πρυτανικές εκλογές, πότε με τις καταλήψεις, και σήμερα με το ζήτημα των πολλαπλών συγγραμμάτων.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!

Πάμε για ψώνια με τον @chrisochoidis

Το αρχηγείο της ελληνικής αστυνομίας απαντά σήμερα σε δημοσιεύματα του ακροδεξιού τύπου και αντίστοιχων μπλογκς σε σχέση με τα διακριτικά στις στολές των αστυνομικών και εκθέτει τραγικά τον υπουργό προστασίας του πολίτη:

Διευκρινίζεται ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τα αναφερόμενα σε πρόσφατα δημοσιεύματα, για αλλαγή του εθνοσήμου ή άλλων εμβλημάτων των στολών του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας.

Καμία αλλαγή δεν έχει γίνει στον ισχύοντα Κανονισμό Στολής (7012/6/103 από 16-07-2009 Απόφαση κ. Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας, ΦΕΚ. 1426 τεύχος Β΄).

Με πρόσφατη διαταγή του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, (η οποία επισυνάπτεται), υπενθυμίζεται στο αστυνομικό προσωπικό, μεταξύ άλλων, να φέρει κανονικά τη στολή του (αριθμοί μητρώου – δηλωτικοί της ταυτότητας, κλπ.) ενώ καθιερώνεται και ειδικός διακριτικός αριθμός στο κράνος των αστυνομικών, που υπηρετούν στις Υποδιευθύνσεις Αποκατάστασης Τάξης.

Μέχρι ο υπουργός εσωτερικών να καταφέρει να εφαρμόσει την εξαγγελία του για την δωρεάν πρόσβαση στα ΦΕΚ, ας βασιστούμε στο πρόσφατο ρεπορτάζ του Ιού της Ελευθεροτυπίας για το περιεχόμενο του κανονισμού που δημοσιεύεται στο ΦΕΚ 1426 τεύχος Β/2009.

Όσον αφορά τα «διακριτικά δηλωτικά ταυτότητας», η παρουσία τους περιορίζεται ακόμη περισσότερο σε έξι μόνο στολές: 7β («παρατάξεων και παρελάσεων»), 8 («περιπάτου – υπηρεσίας»), 8β κι 8ε («υπηρεσίας»), 8β/1 (δερμάτινη «υπηρεσίας» ζητάδων) κι 8δ («εκστρατείας επιχειρήσεων»).

Μόνο η τελευταία εμπλέκεται κι εδώ σε «εκτέλεση εξωτερικής μάχιμης υπηρεσίας τάξης». Τούτη τη φορά, ωστόσο, ο κανονισμός προβλέπει και κάποιες απροσδιόριστες εξαιρέσεις: «πλην των περιπτώσεων που θα διαταχθεί διαφορετικά» από τον επικεφαλής Αστυνομικό Διευθυντή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παντελής απουσία της νεοσύστατης «Ομάδας Δέλτα» απ’ αυτό το επίσημο ενδυματολόγιο. Η -μη εικονιζόμενη στο ΦΕΚ- στολή 8β/2, που περιγράφεται ως πανομοιότυπη με τη «μάχιμη» 8δ «με τη διαφορά ότι φέρεται προστατευτικό κράνος και χειρόκτια [γάντια] μακριά από δέρμα ή δερματίνη μαύρου χρώματος», ταιριάζει ωστόσο κουτί με την αμφίεση του εν λόγω ειδικού σώματος. Και, φυσικά, σε αντίθεση προς τη στολή των «κανονικών» ζητάδων της Τροχαίας, δεν περιλαμβάνει κανενός είδους «διακριτικά δηλωτικά ταυτότητας».

Ανώνυμες παραμένουν οι στολές της ΥΑΤ (αριθ. 9) και των ΕΚΑΜ (αριθ. 9α – 9δ), ενώ επαναλαμβάνεται επί λέξει και η προηγούμενη ρύθμιση για τους κουκουλοφόρους εκαμίτες. Όσο για τις κουκούλες των κρανοφόρων, που εκτός από τον αριθμό μητρώου εξαφανίζουν και τα πρόσωπά τους – ε, αυτές μπορεί να τις δανείζονται, απλώς, από τους «αντιτρομοκράτες» συναδέλφους τους…

Η απόφαση του αρχηγού της ελ.ας. που επισυνάπτεται στην παραπάνω ανακοίνωση της αστυνομίας έχει ημερομηνία 24/1/10 και αναφέρεται σε μια ακόμη απόφαση της 31/12/09 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ της 18/1/10.

Άραγε αυτή είναι η απόφαση για την οποία εκδίδεται δελτίο τύπου από το αρχηγείο της αστυνομίας στις 8/1/10;

Πακέτο! Αν και οι εξαγγελίες είναι τζάμπα, δεν γίνεται να τους έχεις όλους ευχαριστημένους.

Για τη δημόσια τηλεόραση, αυτήν που κάποτε λέγαμε κρατική

Ο Νίκος Μπακουνάκης γράφει σήμερα στο Βήμα για τις κατευθύνσεις που μπορεί να έχει η δημόσια τηλεόραση:

Είτε τηλεόραση ανταγωνιστική, δηλαδή market driven, καθοδηγούμενη από την αγορά μέσω των τηλεμετρήσεων και επομένως με συγκεκριμένο προφίλ και είδος προγράμματος και σταρ σύστεμ, είτε τηλεόραση που, χωρίς κριτήρια ακροαματικότητας (αμφίβολα και μαχητά, έτσι κι αλλιώς), ακόμη και χωρίς διαφημίσεις, θα ανταποκρίνεται στα αιτήματα της ενημέρωσης, της επιμόρφωσης, της ψυχαγωγίας, της έρευνας, της καινοτομίας και θα είναι ευαίσθητη με ό,τι συντελείται στη δημόσια σφαίρα.

Υπάρχει βέβαια και μια παράμετρος που ο Μπακουνάκης παραλείπει, αλλά ο προηγούμενος πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ γνωρίζει καλά:

[…] η ΕΡΤ είναι δημόσιο κανάλι, ο λόγος της μετρά περισσόετρο από κάθε ιδιωτικού καναλιού το οποίο μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Ένα δημόσιο κανάλι αποτυπώνει και την επίσημη γραμμή της Πολιτείας ή το λόγο ή τη θέση της Πολιτείας, όταν αναφέρεται σε ιστορικά πρόσωπα, είτε σε ενεργεία Πρωθυπουργούς άλλων χωρών.

Realpolitik.