Π. Μανδραβέλης: “Ποιος δικαιούται δια να ομιλεί” – ένα σχόλιο

Ένα σχόλιό μου σ’ ένα άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη. Το αναδημοσιεύω εδώ γιατί φοβάμαι ότι θα εξαφανιστεί στο σάιτ της Καθημερινής.

Η προφανής απάντηση στα ερωτήματα της πρώτης παραγράφου είναι ότι ο κάθε σ. Λαφαζάνης ανήκει τελικά σ’ αυτό το σύστημα το οποίο κριτικάρει. Και όχι με την κακή έννοια, απαραίτητα: ο κοινοβουλευτισμός δεν θα είχε και κανένα νόημα αν όλοι ήταν ίδιοι, αν όλοι υποστήριζαν τις ίδιες απόψεις. Κάτι θα πήγαινε στραβά αν ο κάθε σ. Λαφαζάνης δεν ασκούσε κριτική. Κι έτσι, οι εκλεγμένοι της αριστεράς ασκούν κριτική στις κυρίαρχες επιλογές οικονομικής πολιτικής εδώ και πολλά χρόνια. Πολλοί απ’ αυτούς, του σ. Λαφαζάνη συμπεριλαμβανομένου, ασκούν αυτή την κριτική με συνέπεια. Στις σημερινές συνθήκες, μάλιστα, φαίνεται πια στα μάτια των περισσότερων πολιτών ότι αυτή η κριτική, η ξύλινη, η μονόπλευρη, η σχεδόν έμμονη, ήταν εν πολλοίς ορθή.

Παρ’ όλ’ αυτά, η εξ αριστερών κριτική υπήρξε περιορισμένη. Περιορισμένη σε απήχηση, περιχαρακωμένη από τον τρόπο και τη γλώσσα με την οποία ασκείται, καμιά φορά εκφρασμένη σχεδόν με το ζόρι από κουρασμένους ανθρώπους που είχαν βαρεθεί να επαναλαμβάνουν τα ίδια, ενώ ενσωματώνονταν ταυτόχρονα στο διαμορφούμενο σύστημα σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, η αριστερή κριτική δεν κατόρθωσε να πείσει έγκαιρα τον ελληνικό λαό για τις επιλογές των δύο κομμάτων εξουσίας σ’ αυτή τη χώρα. Και ταυτόχρονα καθησύχασε αυτά τα κόμματα, που θεώρησαν πως, ό,τι κι αν συμβεί, μπορούν να διατηρούν την πολιτική αριστερά στο περιθώριο δίνοντάς της μερικά από τα προνόμια της εξουσίας. Σ’ ένα βαθμό κατάφεραν να μετασχηματίσουν την κοινοβουλευτική, κυρίως, αριστερά σε βαλβίδα ασφαλείας της κοινωνικής χύτρας.

Ο Πάσχος Μανδραβέλης δεν κάνει, φυσικά, τα ερωτήματα της πρώτης παραγράφου παρά για να μπορέσει να ασπαστεί την εναντίον του κράτους άποψη του προέδρου του ΣΕΒ. Για ν’ αντικαταστήσει το κράτος με τι; Ο «Αναρχικός Ραντιέρης», λοιπόν, για να θυμηθούμε και τον Πεσσόα, λέει κάτι και εννοεί κάτι άλλο.

Πιθανόν, ορισμένοι να έχουν ήδη αποφασίσει την αποκαθήλωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας, το οποίο μια χαρά εξυπηρετούσε τα συλλογικά συμφέροντά τους μέχρι προχθές, αλλά σήμερα φαίνεται να χάνει τη νομιμοποίησή του. Άνθρωποι όπως ο Χάρης Καστανίδης, επαγγελματίες πολιτικοί επί δεκαετίες έχουν κάθε λόγο ν’ ανησυχούν εν όψει της ανεργίας, όμως θα πρέπει να έχουν κατά νου ότι οι «διαρθρωτικές αλλαγές» μπορεί να τους οδηγήσουν εκτός της «αγοράς εργασίας». Τουλάχιστον αυτοί έχουν θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Οι απόψεις Δασκαλόπουλου όμως δεν είναι πλήρεις, δεν μας δίνουν και πολλές πληροφορίες για την επόμενη μέρα που επαγγέλλεται η τάξη των βιομηχάνων ή ορισμένοι απ’ αυτήν. Γιατί, αγαπητέ κ. Μανδραβέλη, δεν αρκεί η απόσπαση ορισμένων ορθών φράσεων από ‘δω κι από ‘κει, όσο κι αν φαίνεται ότι υποβοηθείται έτσι η αναγκαία διαδικασία διαλόγου. Η κοινωνική συναίνεση δεν είναι νεκρό κείμενο, που μπορεί να διαμορφωθεί από ένα επιλεκτικό copy-paste φαινομενικά ορθών θέσεων. Η κοινωνική συναίνεση, η θέση ισορροπίας μιας κοινωνίας, είναι αποτέλεσμα των προηγηθεισών συγκρούσεων αντιτιθέμενων συμφερόντων.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (θα γνωρίζετε ότι ο σύνδεσμος ιδρύθηκε ως «Σύνδεσμος Ελλήνων Βιομηχάνων», κι αυτό συνιστά μια ουσιώδη διαφορά) ομιλεί εκ μέρους μιας κοινωνικής ομάδας με συγκεκριμένα συμφέροντα, την οποία ο ίδιος ονομάζει σήμερα «νέα επιχειρηματική τάξη».

Κι ένα κουίζ. Ποιος έχει πει τα παρακάτω;

Η σημερινή μορφή της παγκοσμιοποίησης, όμως, δίνει πολλούς και πολύ χαμένους. Οι κοινωνικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί, οι ακραίες αντιδράσεις έχουν πολλαπλασιαστεί και επεκταθεί. Η συμπεριφορά του χρηματοπιστωτικού συστήματος–και δεν αναφέρομαι μόνο στα golden boys– σε συνδυασμό με τις
πολιτισμικές συγκρούσεις, έχουν χειροτερεύσει την κατάσταση. Στο περιβάλλον αυτό το χρηματοπιστωτικό σύστημα καλείται να αλλάξει ήθος –οπότε και πρακτικές. Στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα εναπόκειται να προσφέρει –περισσότερο από το παρελθόν– αποτελεσματική εταιρική διακυβέρνηση και εταιρική κοινωνική ευθύνη, σταθερή και μακρόχρονη χρηματοδότηση, έμφαση σε παραγωγικές επενδύσεις, μεγαλύτερη κινητικότητα κεφαλαίων σε εθνικά περιφερειακό επίπεδο, συνειδητή προσπάθεια ενθάρρυνσης της ανταγωνιστικότητας και νέους κανόνες αποτίμησης του ρίσκου.

Και αλλού:

Στην Ελλάδα, η καινοτομία, όπως και η ανάπτυξη γνώσης, υστερεί. Συγκαταλεγόμαστε στα κράτη που αφιερώνουν ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ τους στην παιδεία και την έρευνα και ανάπτυξη. Το επίσημο Κράτος δεν επενδύει στην καινοτομία και οι κοινοτικά υποκινούμενες προσπάθειές του να την ενθαρρύνει, δεν απέκτησαν μεγάλη διεισδυτικότητα στην οικονομία. Οι επιχειρήσεις , με το μυαλό στην επιβίωση μέσα σε μια μικρή και περιφερειακή οικονομία, που δεν μπορεί να αναπτύξει οικονομίες κλίμακας και τεχνολογική πρωτοπορία, είναι νομοτελειακά από τις πλέον υστερούσες σε δαπάνες έρευνας σε όλη την Ευρώπη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s