Γιατί να μην εμπιστεύεστε τους φασίστες για την ενημέρωσή σας

Η εφημερίδα Στόχος  βάζει στο στόχαστρο τον Παύλο Τσίμα, διότι κατέκρινε, λέει, τον δήμαρχο Παιονίας (νομός Κιλκίς, σύνορα Ελλάδας-ΠΓΔΜ). Διανθίζει μάλιστα το δημοσίευμα με θερινή φωτογραφία του δημοσιογράφου:

Έλα όμως που το άρθρο στην Καθημερινή το έχει γράψει ο Σταύρος Τζίμας…

Οπότε, γιατί να πιστέψουμε κι αυτό το δημοσίευμα του Στόχου;

Για κανένα λόγο. Οι φασίστες συμπατριώτες μας συνεχίζουν τις καλύτερες παραδόσεις της ράτσας τους. Εξάλλου, η Μακρόνησος φτιάχτηκε ακριβώς για τον εκτοπισμό των φαντάρων με «αμφίβολες» προθέσεις.

Ο Νίκος Κούνδουρος μαρτυρά για τη γνωριμία του με τον Θανάση Βέγγο στην Μακρόνησο:

«Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ’ ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν’ αρχίσω, μόνος τελείως, μ’ ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ’ ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ’ αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: «Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις» λέει. «Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια» Λέω: «Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις». Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο. Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: «Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε». Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας. Ο Βέγγος δεν φτιάχτηκε ηθοποιός, γεννήθηκε. Κυριαρχείται από τον αγαθό δαίμονα που φροντίζει να συντηρεί μια αεί παρθενιά. Γεννήθηκε ως Βέγγος το ’52, όταν η μοίρα άρπαξε τον αγαθό στρατιώτη του Δευτέρου Τάγματος Σκαπανέων της κόλασης, που είναι γνωστή με το λυρικό όνομα «Μακρονήσι», και τον πέταξε στα βαθιά νερά του κινηματογράφου και του θεάτρου. »

Πρόκειται για τον ίδιο Νίκο Κούνδουρο που σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Βήμα είπε και τα εξής:

Είχα μια ανόητη ευαισθησία και γενναιοδωρία με την είσοδο ή μάλλον την εισβολή των ξένων στην Ελλάδα. Ελεγα ότι της ίδιας γης παιδιά είμαστε, να μπει ο κόσμος στην Ελλάδα, να ευφρανθεί, να νιώσει ασφάλεια, να φάει, να πιει ελληνικό νερό. Ε, από την ώρα του περιστατικού τέρμα όλες αυτές οι εφηβικές μαλακίες. Τέσσερα κτήνη, τέσσερις βάρβαροι που ούρλιαζαν και βρωμούσαν και φορούσαν μάσκες με έκαναν να δω την πραγματικότητα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s