«Όταν συναντώνται τα άκρα»: σπουδή στη μνημονιακή επιχειρηματολογία

Μια από τις αγαπημένες το τελευταίο διάστημα ασχολίες των προπαγανδιστών της πολιτικής του μνημονίου, είναι να σχολιάζουν τα «πολιτικά άκρα», και δη την αριστερά, για την ευκολία με την οποία συμπίπτει, λέει, σε διάφορες θέσεις με την ακροδεξιά. Σύμφωνα μ’ αυτούς τους προπαγανδιστές, υπάρχει συμπόρευση ακροδεξιάς και αριστεράς, ως στρατηγική συμμαχία απέναντι στους «ορθολογιστές» της μονόδρομης μνημονιακής πολιτικής. Πρόκειται, υποστηρίζουν, για το νέο πρόσωπο του  αριστερού οπορτουνισμού που ως χθες είχε το όνομα «Αριστερός μηδενισμός«.

Η Χελώνα νομίζει ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει αυτή τη στιγμή το πόσο «ορθολογιστές» είναι οι λογιστές της πολιτικής μας ζωής, καθώς πλέον οι κωλοτούμπες είναι καθημερινό και ξεδιάντροπο φαινόμενο. Θα ασχοληθεί λοιπόν με τη σύγκλιση των υποστηρικτών της μνημονιακής πολιτικής με την χειρότερη μορφή της φασιστικής ακροδεξιάς. Θα μιλήσει για τις ταυτίσεις μεταξύ Καθημερινής και Χρυσής Αυγής, για τη σύμπτωση απόψεων του Ηλία Μαγκλίνη και του Ηλία Κασιδιάρη αντιστοίχως – αν και ο καιρός γαρ εγγύς όπου και η αντιστροφή των ονομάτων δεν θα θίγει κανενός την ταυτότητα.

Για να μην τεθεί σε αμφισβήτηση, η Χελώνα διαλέγει ένα παράδειγμα όπου φαίνεται ότι οι δύο Ηλίες ταυτίζονται στον εσωτερικό τους κόσμο, στη βαθιά συναισθηματική βάση του ορθού λόγου που είναι και για τους δυο οδηγός της σκέψης τους. Προσπαθήστε να ξεχωρίσετε ποιος Ηλίας γράφει τι – η σύνθεση ανήκει στη Χελώνα και δεν ήταν δύσκολη:

Μπορεί στην ειδησεογραφία να κυριαρχεί η φιλολογία περί δημοψηφίσματος, η παραπομπή Τσοχατζόπουλου, οι συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων», υπάρχει όμως και μια είδηση, από αυτές που περνάνε στα ψιλά, αξίζει όμως τον κόπο να τη δούμε πιο προσεκτικά (δείτε τη, αν θέλετε, και σαν μια απόπειρα διαφυγής από «τα δικά μας»).

Η είδηση έρχεται από την Ιαπωνία και μέσα σε λίγες ώρες έκανε τον γύρο του κόσμου. Διακόσιοι εβδομήντα Ιάπωνες συνταξιούχοι πρότειναν να εργαστούν στη Φουκουσίμα ως «σώμα αυτοκτονίας», σκεπτόμενοι ότι θα έχουν πεθάνει προτού προσβληθούν από καρκίνο, συνεπώς, γιατί να κινδυνεύσουν νέοι άνθρωποι; Οι συνέπειες της έκθεσης στη ραδιενέργεια που έχει διαποτίσει την περιοχή είναι καταστροφικές για κάθε ανθρώπινο οργανισμό. Παρ’ όλα αυτά, τα συμπτώματα του φαινομένου αυτού δεν εκδηλώνονται άμεσα, αλλά σε βάθος χρόνου, ίσως και 20ετίας. Έτσι, μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων Ιαπώνων δέχθηκε να αναλάβει αυτό το βαρύ φορτίο, απελευθερώνοντας πολλούς νέους ανθρώπους, που εκτίθενται ήδη σε θανάσιμο κίνδυνο. Για την ιστορία να σημειώσουμε πως η ιαπωνική κυβέρνηση αρνήθηκε να αποδεχθεί την συγκινητική προσφορά. Η ιαπωνική κυβέρνηση είδε με συμπάθεια την πρόταση των συνταξιούχων, έγινε όμως λόγος για «εθελοντές σε μια αποστολή αυτοκτονίας», ως «έσχατη επιλογή». Κάποιοι σύγχρονοι ηλικιωμένοι Ιάπωνες, λοιπόν, επιβεβαιώνουν τον αρχαίο νόμο των Σαμουράι: «Ενα δίλημμα μεταξύ ζωής και θανάτου λύσε το απλά, διαλέγοντας αμέσως τον θάνατο».

Η Ιαπωνία είναι μία χώρα με τεράστια Ηρωική παράδοση, η δεύτερη ίσως στον παγκόσμιο χάρτη μετά την Ελλάδα των παλαιότερων χρόνων. Οι Ιάπωνες είναι ένας λαός, που η Ιστορία του κύλησε παράλληλα με έναν ξεχωριστό κώδικα αξιών και πολεμικών αρετών. Αναφερόμαστε στις αρχές του bushido, της πολεμικής τέχνης που οδηγεί στη θεϊκή οδό. Στην πολεμική παράδοση των samurai, των ιπποτών της Ανατολής, που έσπασαν τα όρια του θανάτου, όπως ακριβώς οι Έλληνες πολεμιστές του αρχαίου κόσμου. Στην αναβίωση του ιδεώδους της ηρωικής θυσίας στον 20ο αιώνα από τους πιλότους kamikaze, που πήραν το όνομά τους από τον θεϊκό όνομα που κατέστρεψε τον μογγολικό στόλο, διασώζοντας τη μεσαιωνική Ιαπωνία.

Η παράδοση των Σαμουράι με τον κώδικα Μπουσίντο, οι καμικάζε και οι μαζικές, αυτοκτονικές επιθέσεις «μπανζάι» των πεζών στρατιωτών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι συχνές αυτοκτονίες Ιαπώνων πολιτικών και εργαζομένων μεταπολεμικά, έχουν συμβάλει καθοριστικά σε αυτή την αντίληψη στη Δύση, ότι οι Ιάπωνες τον έχουν εύκολο τον θάνατο. Πρόκειται βέβαια για τεράστια κουβέντα. Οι αντιλήψεις αυτές είναι αλήθεια ότι γεννήθηκαν σε μια εποχή (μεσαιωνική Ιαπωνία) κλειστών κοινωνιών και ακόμα πιο κλειστών κοινοτήτων (Σαμουράι). Αν πάρει κανείς κυριολεκτικά και κατά γράμμα τα προτάγματα του «Χαγκαγκούρε», της «βίβλου» των Σαμουράι (το διαβάζει με θρησκευτική ευλάβεια ο Φόρεστ Ουίτακερ στο «Ghost Dog» του Τζάρμους) απομένει αμήχανος. Στο πνεύμα του όμως, η φιλοσοφία που πρεσβεύει (και που διαπέρασε την ιαπωνική παράδοση) έχει περισσότερο να κάνει με το να επωμίζεται κανείς μια οριστική πολιτική ευθύνη, καθώς και με την υιοθέτηση μιας στάσης ζωής, βασικό αξίωμα της οποίας είναι: «Αν απορρίψουμε τον αυτοσεβασμό είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε τη ζωτικότητα» και «ο καθημερινός στοχασμός του θανάτου είναι το ίδιο με την επικέντρωση στη ζωή» (Μισίμα). Στο βάθος, οι Ιάπωνες μιλούν για υπέρβαση των περιορισμών του εαυτού, ώστε να μπορέσει κανείς να βυθιστεί σε κάτι ευρύτερο. Κι αυτό θα επιτευχθεί με την κατάργηση του φόβου της απώλειας – και ποια μεγαλύτερη απώλεια από εκείνη του εαυτού;

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που διαπότισαν την ιστορία της Ιαπωνίας ήταν αδύνατο να εξαλειφθούν από την ψυχή ενός ολόκληρου λαού, παρά την παρακμή που επήλθε τις τελευταίες δεκαετίες του άκρατου υλισμού και της πλήρους εκβιομηχάνισης της χώρας.

Στο «Λεξικό των κοινών τόπων», ο Φλομπέρ σχολιάζει στο λήμμα «Ιάπωνες συγγραφείς»: «Αυτοκτονούν γενικώς». Δεν ξέρω ποιους ακριβώς είχε στον νου του, κατά τον εικοστό αιώνα όμως, δύο πραγματικά μεγάλοι Ιάπωνες συγγραφείς όντως αυτοκτόνησαν: ο ένας ήταν ο Γιασουνάρι Καουαμπάτα, ο οποίος, αφού τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ το 1968, τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1972, άνοιξε το γκάζι της κουζίνας του και τελείωσε τις μέρες του έτσι. Δύο χρόνια πριν, τον Νοέμβριο του 1970, ο εκρηκτικός Γιούκιο Μισίμα (ή Μίσιμα) αυτοχειριάστηκε δημοσίως με σεπούκου, το γνωστό στη Δύση χαρακίρι. Σεπούκου σημαίνει, αν δεν κάνω λάθος, «τελετουργική αυτοκτονία», ενώ χαρακίρι απλώς «ξεκοίλιασμα» και οι Ιάπωνες αποφεύγουν το δεύτερο όρο. Επώδυνη διαδικασία θανάτου, μέσω της οποίας ο αυτόχειρας αποκαθιστούσε τη χαμένη του τιμή. Απαιτούσε ψύχραιμο χέρι και απόλυτη συναισθηματική ηρεμία. Εξάλλου, η τρομακτική, μακάβρια φιγούρα του Χάρου, του Μέγα Θεριστή, που απαντά στη Δύση, είναι κάτι τελείως ξένο προς την ιαπωνική παράδοση.

Ο Μισίμα είχε εκείνη τη μοιραία ημέρα καταλάβει με μέλη του ιδιωτικού του στρατού το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αμυνας της Ιαπωνίας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αφυπνίσει τους συμπατριώτες του από την παρακμή στην οποία πίστευε ότι έχει περιέλθει η πατρίδα του. Η έκκλησή του δεν εισακούστηκε και αυτοκτόνησε επί τόπου.

Η πρόσφατη ιστορία των γηραιών εθελοντών της Φουκουσίμα μπορεί να αποτελέσει πρώτης τάξεως παράδειγμα και για τους σύγχρονους Έλληνες, που σκέφτονται ακόμη τα πάντα με βάση τον απόλυτο ατομισμό τους, την ίδια ώρα που η Πατρίδα μας καταρρέει.

Υπέρβαση ορίων, διεύρυνση του εαυτού, της σκέψης, του αισθήματος, της πολιτικής – όλα καθημερινά ζητήματα είναι και τίθενται συνέχεια και στη χώρα μας. Υπάρχει μια ακόμα ρήση στο «Χαγκακούρε», μάλλον καίρια ιδίως για τους Ελληνες κυβερνώντες: «Εκείνη η στιγμή είναι τώρα αμέσως». Διότι, όπως είδαμε είκοσι μήνες τώρα, και η αναβλητικότητα μπορεί να είναι ένας μικρός αλλά αργός, βασανιστικός θάνατος.

Οι Ηλίες, όσο κι αν συγκινούνται απ’ την αυταπάρνηση των ηλικιωμένων εθελοντών της Ιαπωνίας, κάνουν βέβαια τα στραβά μάτια σε μια σειρά δεδομένα που δεν ταιριάζουν καθόλου στις ηρωικές αναφορές τους:

Ότι, ας πούμε, οι συντηρητές στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα έπαιρναν μισθούς επιπέδου McDonald’s, ότι μετά το δυστύχημα επήλθε μείωση των μισθών κατά 25% για τους εργαζόμενους της ιδιοκτήτριας του αντιδραστήρα Tepco, αν και το κράτος θα την χρηματοδοτήσει με 62 δις δολάρια. Στο γεγονός ότι η ιαπωνική κυβέρνηση γνώριζε τους κινδύνους που διέτρεχε η Φουκουσίμα, αλλά ο ιάπωνας πρωθυπουργός εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του, αν και αμισθί από την 1η Ιουνίου (για τον Μάρτη, πληρώθηκε κανονικά), ενώ «σκέπτεται» να παραιτηθεί. Θέλετε και συναισθηματική παράλειψη; Δεν αναφέρθηκαν στην αυτοκτονία γέροντα 102 ετών για να μη φύγει απ’ το σπίτι του, κοντά στη Φουκουσίμα, ενώ υψηλόβαθμα στελέχη ξένων εταιρειών έφευγαν με ιδιωτικά αεροσκάφη από το Τόκιο.

Διαβάστε τα αρχικά κείμενα του ενός Ηλία και του άλλου Ηλία.

Διαβάστε και δείτε το ρεπορτάζ για τους ηλικιωμένους εθελοντές.

Μπόνους τρακ από τη Χρυσή Αυγή, που αύριο μπορεί και να το γράψει ο Ηλίας Μαγκλίνης στην Καθημερινή. Αν και μια ενδιαφέρουσα δυνατότητα για τον κ. Μαγκλίνη, για ν’ αποφύγει τις κακοτοπιές, είναι να εμπνευσθεί από την ιαπωνικού ενδιαφέροντος αρθρογραφία της Ελένης Μπίστικα.

ΥΓ. Δεν είναι έκπληξη η αρθρογραφία της Καθημερινής, βέβαια.

Μια γενναία άποψη χωρίς αντίκρυσμα

Ή αλλιώς, όποιος είναι έξω απ’ το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει:

Μάλιστα, ο [αντιδήμαρχος Αθηναίων] κ. Αβραντίνης θεωρεί τα ναρκωτικά υπ’ αριθμόν 1 πρόβλημα για το κέντρο και τάσσεται υπέρ της νόμιμης συνταγογράφησης (καθαρής) ηρωίνης ώστε να «χτυπηθεί» ο παράνομος τζίρος της ουσίας που αγγίζει τα 2,4 εκατ. ευρώ ημερησίως στην Αθήνα! «Αν σκεφτεί κανείς ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας κυκλοφορούν στο κέντρο της πόλης περίπου 40.000 τοξικομανείς, οι οποίοι χρειάζονται περίπου 60 – 70 ευρώ για την ημερήσια δόση τους, η οποία συνήθως είναι και νοθευμένη, άρα και επικίνδυνη, αντιλαμβάνεται ότι ίσως η μόνη πραγματική λύση είναι η νομιμοποίηση της ουσίας, όπως συμβαίνει στην Αγγλία».

Ο κ. Αβραντίνης διατυπώνει βεβαίως γενναία την πάγια άποψή του και αυτό είναι προς τιμήν του. Παρ’ όλ’ αυτά, επειδή δεν έχει αρμοδιότητα αυτή η διατύπωση είναι ανώδυνη και ακαδημαϊκή. Όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή «αρμοδιότητα» τα πράγματα αλλάζουν: ο δήμος Αθηναίων στην πρόσφατη «δέσμη μέτρων για το ιστορικό κέντρο«, αναφέρει για τις εγκαταστάσεις του ΟΚΑΝΑ όπου παρέχεται υποκατάσταστο ηρωίνης:

Ο Δήμος θα βοηθήσει και στη αποκέντρωση του ΟΚΑΝΑ. Η διοίκηση του ΟΚΑΝΑ έχει εξασφαλίσει τη συνεργασία νοσοκομείων της πόλης (εκκρεμεί η πρόσληψη 50 υπαλλήλων προκειμένου να λειτουργήσουν αυτές οι μονάδες). Ήδη το δημοτικό νοσοκομείο ΕΛΠΙΣ έχει δεχθεί να υποδεχθεί τη δημιουργία μονάδας απεξάρτησης.

Τουτέστιν, μέχρι ο αρμόδιος να αποφασίσει να έρθει σε σύγκρουση με τη μαφία των ναρκωτικών, η άσκηση αρμοδιοτήτων από την πλευρά του δήμου περιορίζεται στον αντίκτυπο του προβλήματος των ναρκωτικών στη βιτρίνα της πόλης. Το ζήτημα δεν τίθεται ως θέμα υγείας των 40.000 χρηστών, αλλά ως θέμα ασφάλειας των υπολοίπων κατοίκων. Η Χελώνα δεν είναι βέβαιη ότι υπάρχει κάποιος σαφής τρόπος να εφαρμοστεί εδώ  η αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο προβληματίζεται από τις αντιφάσεις.

Η Σκύλλα της προπαγάνδας και η Χάρυβδη των χειροκροτητών

Ο φιλόλογος Οδυσσέας Τσαγκαράκης, σ’ ένα σημερινό του άρθρο στην πρώην εφημερίδα Το Βήμα με τίτλο «Απ’ τη Σκύλλα στη Χάρυβδη«, λέει:

Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν την ώρα που οι Aργοναύτες αντιμετώπιζαν τα δυο τέρατα άρχιζε ο καυγάς για το κατά πόσο ακολουθούσαν τη σωστή ρότα και ποιος έφταιγε που βρέθηκαν εκτεθειμένοι στον κίνδυνο. Ούτε ένας Όμηρος δεν διανοήθηκε να εισάγει τέτοιο θέμα. Αντίθετα, ο ποιητής τονίζει την ομοψυχία και την κοινή δράση (Οδύσσεια, μ 213 κ.ε.). Καλώς ή κακώς έπρεπε να περάσουν από το επικίνδυνο στενό και να αποφύγουν την καταστροφή («όλεθρον υπεκφυγέειν»).

Και συνεχίζει, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να περάσουμε ανάμεσα στη Σκύλλα του Μνημονίου και τη Χάρυβδη της χρεοκοπίας, πως θα υπάρξουν απώλειες αλλά είναι αναγκαίες, και άλλα γνωστά κλισέ που έχουν πολύ πέραση στον πνευματικό κόσμο της χώρας τελευταία. Υποστηρίζει επίσης ότι, σε ελεύθερη μεταφορά, δεν τα φάγαμε μαζί, αλλά μαζί πρέπει να τα πληρώσουμε. Και κλείνει:

Η μυθολογία διδάσκει. Δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια για τους ικανούς. Οι ήρωες (Ιάσονας, Οδυσσέας) ενεργοποίησαν τις ιδιαίτερες εκείνες δυνάμεις και ικανότητες (θεοποιημένες σε μυθολογικό επίπεδο) που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Απώλειες υπήρξαν, αλλά ο τελικός στόχος επιτεύχθηκε. Μπορούμε να κωπηλατούμε όλοι μαζί στα δύσκολα, μια και όλοι, ατομικά και συλλογικά, ευθυνόμαστε λίγο πολύ για τον κίνδυνο που διατρέχει η πατρίδα μας;

Πιθανόν ο σεβαστός καθηγητής να ενεπνεύσθη από αυτήν εδώ την περσινή δήλωση του έλληνα πρωθυπουργού, για να τοποθετηθεί σε ζήτημα εκτός αντικειμένου γι’ αυτόν, αλλά και στα του αντικειμένου του δε μας λέει και πολλά και μάλλον δεν μας τα λέει και όλα. Οπότε η Χελώνα προσφέρει ένα ευχάριστο ομηρικό διάλειμμα.

Στην αρχή της ραψωδίας μ της Οδύσσειας, λοιπόν, η Κίρκη, αφού προσφέρει πλουσιοπάροχο γεύμα στην αποστολή, ξεμοναχιάζει τον Οδυσσέα για να προφητεύσει τι θα συμβεί στο δύστυχο πλήρωμά του. Αφού τον συμβουλεύσει για τις Σειρήνες, του λέει ότι μετά έχει δύο δρόμους να διαλέξει – ή να περάσει από τις Συμπληγάδες ή από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη (μετάφραση Ν. Καζαντζάκη-Ι.Θ.Κακριδή):

Μα όταν πια θα ‘χουν οι σύντροφοι σου περάσει τις Σειρήνες,
εδώ κι ομπρός στις που σου ανοίγουνται δυο στράτες ποιάν θα πάρεις
μη με ρωτήσεις᾿ την απόφαση να πάρεις πρέπει ατός σου’
εγώ θα πω το τι σου μέλλεται να βρεις στις δυο τις στράτες:
Δώθε είναι βράχοι αψηλοκρέμαστοι και της γαλανομάτας
της Αμφιτρίτης σπάζει απάνω τους με άγριον αχό το κύμα. […]
Ένα μονάχα πελαγόδρομο καράβι τους προσδιάβη,
η Αργώ, τη γη του Αιήτη ως αφήκεν, η πολυφουμισμένη᾿
στους τρανούς βράχους πάνω θα ‘πεφτε κι εκείνο, μα το αφήκε
η Ήρα από αγάπη στον Ιάσονα γερό να προσπεράσει.
Κείθε θα ιδείς δυο θαλασσόβραχους᾿ [της Σκύλλας και της Χάρυβδης] […]

Ο άλλος ωστόσο θαλασσόβραχος τόσο αψηλός δεν είναι
κι ουδέ μακριά απ᾿ τον πρώτο᾿ αν έριχνες, τον έφτανε η σαγίτα.
Μια αγριοσυκιά κει πέρα βρίσκεται μεγάλη, φυλλωμένη,
κι η Χάρυβδη η θεϊκιά στη ρίζα της αναρουφάει το κύμα.
Τρεις το ξερνάει κάθε μερόνυχτο φορές και τρεις βρουχιώντας
το αναρουφάει᾿ να μη σου τύχαινε να ‘σαι, ως ρουφάει, κοντά της,
τι απ᾿ το χαμό δε θα σε γλίτωνε μηδέ κι ο Κοσμοσείστης!
Γι᾿ αυτό στης Σκύλλας κοντοζύγωσε το βράχο το καράβι
και πέρνα γρήγορα᾿ καλύτερα πολύ από τ᾿ άρμενό σου
να λείψουν έξι μόνο σύντροφοι παρά να λείψουν όλοι.᾿

Αργότερα, εν γνώσει του τι πρόκειται να συμβεί, ο πολυμήχανος Οδυσσέας παραπλανεί, ως γνήσιος ηγέτης, το πλήρωμά του:

Και τότε εγώ, το γύρο παίρνοντας του πλοίου, τους συντρόφους μου
με λόγια μαλακά τους γκάρδιωνα, μιλώντας σ᾿ έναν έναν:
«Φίλοι μου, ακάτεχοι από βάσανα δεν είμαστε καθόλου’
ετούτο λέω κακό χειρότερο δε θα ‘ναι απ᾿ ό,τι τότε
που μέσα στη σπηλιά του Κύκλωπα βρεθήκαμε κλεισμένοι᾿
με την αξιά μου ωστόσο, βάζοντας μπροστά και νου και τέχνες,
γλιτώσαμε. Θα τα θυμούμαστε μια μέρα λέω και τούτα!
Μα ελατέ τώρα, ομπρός, το λόγο μου ν᾿ ακούσουμε όλοι. θέλω:
Οι ναύτες, στα ζυγά καθούμενοι, με τα κουπιά χτυπάτε
τα βαθιά κύματα της θάλασσας, αν δώσει ο Δίας την άγρια
τούτη φοβέρα να ξεφύγουμε και λυτρωμό να βρούμε.
Και συ τον ορισμό μου αγρίκησε και βαλ᾿ τον, τιμονιέρη,
στο νου σου, μια και του πλεούμενου το διάκι κουμαντάρεις’
μακριά απ᾿ το κύμα εκείνο κράτα μας κι απ᾿ τον καπνό που βλέπεις’
κατά μεριά του θαλασσόβραχου κυβέρνα, μήπως τύχει
και κατ᾿ αλλού γυρίσει τ᾿ άρμενο και στο χαμό μας ρίξεις.»
Είπα, κι ευτύς εκείνοι σύγκλιναν εγώ όμως για τη Σκύλλα,
το αμάχητο κακό, δεν έβγαλα μια λέξη από το στόμα’
τι ήτανε φόβος, οι σύντροφοί μου ν᾿ αφήσουν τα κουπιά τους
και να κρυφτούν απ᾿ την τρομάρα τους στου καραβιού τ᾿ αμπάρι.

Και τότε, πώς θα έφτανε πίσω στην Ιθάκη ο πολυμήχανος; Όπως ήταν προδιαγεγραμμένο, η Σκύλλα κάνει τη δουλειά της:

Μα ως το αρμυρό νερό της θάλασσας αναρουφούσε πάλι,
στροβίλα ανοίγουνταν που εχόχλαζε, τρανή, κι ο βράχος άγρια
βογγούσε ολόγυρα, και πρόβελνε κάτω βαθιά του πάτου
ο μαύρος άμμος — κι οι σύντροφοι, μου θωρούσαν κερωμένοι.
Μα ως κείνη βλέπαμε και τρέμαμε πως θα χαθούμε, ξάφνου
πρόφτασε η Σκύλλα κι από τ᾿ άρμενο το βαθουλό συντρόφους
έξι μου αρπάζει, τους αξιότερους σε αντρεία και χέρια απ᾿ όλους.
Και καθώς έστρεψα στους συντρόφους και στο άρμενο τα μάτια,
είδα τα πόδια και τα χέρια τους να σειούνται πάνωθέ μου,
ψηλά ως τους έσερνε᾿ και φώναζαν αυτοί κι ανακαλιούνταν
στερνή φορά με το παράπονο στα χείλη τ᾿ όνομά μου.
Πως ο ψαράς απά σε ακρόβραχο με το μακρύ καλάμι
δόλωμα ρίχνει στα μικρόψαρα, στη θάλασσα πετώντας
το αγκίστρι, περαστό σε κέρατο βοδιού καλοθρεμμένου,
κι όταν κανένα πιάσει, το πετάει σπαρταριστό στον άμμο
παρόμοια τότε τους ανάσερνε σπαρταριστούς στα βράχια
και στη μπασιά μπροστά τους έτρωγε, κι εκείνοι να γλιτώσουν
του κάκου πάλευαν, και γόζουνταν τα χέρια απλώνοντας μου.
Πιο φοβερό κακό τα μάτια μου δεν έχουν δει ποτέ μου
στα τόσα που ‘συρα, τα διάβατα της θάλασσας ζητώντας.

Πολύς πόνος. Οπότε, αφού η μυθολογία διδάσκει, όπως λέει κι ο κ. καθηγητής, ας συνοψίσουμε: Ο δικός μας συλλογικός Οδυσσέας αποφάσισε να μην περάσει από τις Συμπληγάδες, αλλά από το φοβερότερο κακό που έχουν δει τα έμπειρα μάτια του. Θα χυνόταν αίμα, το ήξερε. Αλλά δεν τον ένοιαζε και πολύ.

Και ποια θα ήταν η κατάληξη αν είχε διαλέξει τις Συμπληγάδες; Ας καταφύγουμε πάλι στη μυθολογία για να το διαπιστώσουμε:

Οι Συμπληγάδες Πέτρες στην ελληνική μυθολογία φέρονταν ως δύο πολύ μεγάλοι βράχοι προ θαλάσσιου στενού (διαύλου), που ενώνονταν και αποχωρίζονταν συνεχώς, έτσι ώστε να ήταν αδύνατο το ασφαλές πέρασμα ενός πλοίου. Το πρώτο πλοίο που κατάφερε τελικά τον ασφαλή διάπλου ήταν το πλοίο «Αργώ» με τους Αργοναύτες, με τη βοήθεια της θεάς Ήρας, πιθανότατα αφού έχασε την πρύμνη του (κατ’ άλλους την πλώρη του). Συγκεκριμένα, ο Φινέας συμβούλευσε να αφήσουν πρώτα ένα περιστέρι να περάσει ανάμεσα, όπως και έγινε. Οι βράχοι έκλεισαν πίσω από το περιστέρι, που έχασε μόνο κάποια φτερά της ουράς του, και όταν ξανάνοιξαν, η «Αργώ» πέρασε με τους Αργοναύτες να κωπηλατούν με όλη τους τη δύναμη. Από τότε, οι δύο βράχοι ακινητοποιήθηκαν.

Σύμφωνα με μια ερμηνεία, από την ίδια πηγή, ο μύθος των Συμπληγάδων σηματοδοτεί την πρόοδο της ναυτικής τέχνης:

Ο παραπάνω μύθος των Συμπληγάδων, ούτε λίγο ούτε πολύ, φανερώνει πράγματι την αγωνία των πρώτων θαλασσοπόρων που άρχισαν να εκτελούν μεγάλους πλόες σε άγνωστες θάλασσες. Η όλη περιγραφή του μύθου παρουσιάζει σε όλο της το μεγαλείο αυτό το φαινόμενο που και σήμερα ακόμη αντιμετωπίζει οποιοδήποτε μικρό σκάφος που επιχειρεί διάπλου στενού διαύλου με κυματισμό. Ως γνωστό ένα μικρό σκάφος υπόκειται περισσότερο σε καταπονήσεις, έτσι κατά τον προνευστασμό (σκαμπανέβασμα) κάθε φορά που ανυψώνεται η πλώρη παύει και να υφίσταται (κατά πλώρα) οπτικό πεδίο θάλασσας. Στην επόμενη φάση λόγω του υφιστάμενου από πρύμνη κυματισμού η πλώρη στρέφει είτε δεξιά, είτε αριστερά με πλήρες οπτικό πεδίο της έναντι κάθε φορά παρακείμενης ακτής.

Αυτό έχει ως συνέπεια να εναλλάσσεται το οπτικό πεδίο της πλώρης με ξηρά – δίαυλο – ξηρά. Αυτό το μέχρι τότε «άγνωστο» φαινόμενο σε πρώτη εικόνα αντίληψης παρουσιάζεται ως να μετακινούνται οι βραχώδεις ακτές της εισόδου του διαύλου, πότε να κλείνουν και πότε ν΄ ανοίγουν αυτόν, και με ταχύτητα επανάληψης μετά από κάθε δεύτερο σκαμπανέβασμα. Οι Αργοναύτες προκειμένου τελικά ν΄ αντιληφθούν αν αυτό είναι πραγματικό και όχι οφθαλμαπάτη, (μη δυνάμενοι ν΄ αντιληφθούν ότι το σκάφος τους ήταν αυτό που έστρεφε κάθε φορά) άφησαν να πετάξει ένα περιστέρι το οποίο ναι μεν πέρασε τον στενό δίαυλο (που ασφαλώς υπήρχε) πλην όμως έχασε κάποια φτερά του. Το γεγονός αυτό αποκάλυψε ταυτόχρονα και την υφιστάμενη μεγάλη ένταση του ανέμου που παρατηρείται και σήμερα στους στενούς διαύλους και που οι ναυτικοί λένε ότι ο «άνεμος στα μπουγάζια σουρώνει» και θέλει προσοχή από παρατιμονιές. Έτσι οι Αργοναύτες επεχείρησαν και πέρασαν κωπηλατώντας «πάση δυνάμει». Και αφενός μεν εκείνοι απέκτησαν τη γνώση του ασφαλούς διάπλου, που απαιτεί σχετική ταχύτητα, οι δε συμπληγάδες έχασαν την μέχρι τότε δοξασία που τις περιέβαλε και ακινητοποιήθηκαν. Συνεπώς αυτός ο μύθος της ελληνικής μυθολογίας αποκαλύπτεται ως μια πρώιμη ναυτιλιακή παρατήρηση – οδηγία.

Η Χελώνα θ’ άκουγε μ’ ενδιαφέρον την άποψη του κυρίου καθηγητή για το αν υπήρχε και κάποια επιλογή Συμπληγάδων για τη χώρα ή αν έπρεπε σίγουρα να οδηγηθούμε στο ζεστό αίμα που απαιτεί το Μνημόνιο-Σκύλλα. Επειδή όμως οι ναυτικές μεταφορές έχουν μεγάλη πέραση αυτόν τον καιρό, για τον Τιτανικό του ελληνικού κράτους και της αστικής πολιτικής τάξης και των υποστηρικτών της, θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.

Η εκλογική απάτη της Πορτογαλίας

Προ τριών μηνών, η Χελώνα επεσήμαινε ότι η πτώση της κυβέρνησης του Ζοζέ Σόκρατες στην Πορτογαλία, αντίθετα απ’ όσα πίστευαν ορισμένοι έλληνες αριστεροί σχολιαστές της επικαιρότητας, δεν σήμαινε και τη στροφή της κοινωνίας προς τα αριστερά, κι ακόμη πως η εκλογική διαδικασία θα γινόταν χωρίς πραγματικό πολιτικό διακύβευμα και θα ήταν ένας απλός χειρισμός του καθεστώτος. Τα αποτελέσματα των πορτογαλικών εκλογών έρχονται να επιβεβαιώσουν την πρόβλεψη της Χελώνας, κι έτσι αυτή αποφάσισε να ευλογήσει τα γένια της, διότι, ανάμεσα στ’ άλλα, η εμπειρία της Πορτογαλίας είναι πολύ διδακτική και για την ελληνική περίπτωση. Δεν είναι τυχαία η αναφορά του σημερινού κυρίου άρθρου της Καθημερινής στο μοντέλο «συναίνεσης» που επικράτησε στην Πορτογαλία, όπου και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα στηρίζουν την μνημονιακή πολιτική. Έτσι παρουσιάζεται το παράδοξο ένας πρωθυπουργός να φεύγει γιατί πήρε επώδυνα μέτρα, και ο επόμενος να εκλέγεται με πρόγραμμα αυστηρότερων ακόμη μέτρων και μάλιστα υπό διεθνή εποπτεία. Διαβάστε και μια συνέντευξη του νέου πρωθυπουργού, για του λόγου το αληθές.

Αλλά πιο ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση των εκλογικών αποτελεσμάτων:

Στον παραπάνω πίνακα μπορεί κανείς να δει τα τελικά αποτελέσματα των πορτογαλικών εκλογών δίπλα-δίπλα μ’ αυτά των προηγούμενων εκλογών, το 2009. Κύρια διαπίστωση είναι ότι όσους περίπου ψηφοφόρους έχασε το σοσιαλιστικό κόμμα του Σόκρατες (PS), τόσους κέρδισε το κόμμα της δεξιάς (PPD/PSD). Λογικό: το δίλημμα είναι διαχειριστικό. Και τα δυο κόμματα συμφωνούν και στήριξαν το πορτογαλικό μνημόνιο, μεθοδεύοντας μάλιστα την κατάσταση έτσι που η απόφαση για προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης να παρθεί από υπηρεσιακή κυβέρνηση. Υπάρχει ακόμη, λοιπόν, μια σοβαρή μερίδα του εκλογικού σώματος που θεωρεί ότι η αλλαγή διαχειριστή της πολιτικής μπορεί να δώσει καλύτερα αποτελέσματα από αυτά που έχουν επιτευχθεί ως σήμερα. Και ψυχολογική ικανοποίηση λοιπόν, για μερίδα του εκλογικού σώματος, και διαιώνιση του συστήματος για την άρχουσα τάξη. Σ’ αυτή την περίπτωση, λοιπόν, οι εκλογές, όπως και η δική μας φιλολογία περί δημοψηφίσματος και εκλογών, μπορεί να μη σημαίνει τίποτα για την αλλαγή των πραγμάτων, την τήξη του δικομματισμού και του πολιτικού συστήματος εν γένει, και άλλα πολλά ηχηρά που ακούγονται τον τελευταίο καιρό.

Να σημειώσουμε επίσης ότι η αποχή δεν είναι δραματικά και καθοριστικά μεγαλύτερη από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, ενώ το άθροισμα της αύξησης αποχής+λευκών μας δίνει περίπου όσους ψηφοφόρους έχασε το Μπλόκο. Παρατήρηση που μας φέρνει σε ένα σοβαρό σκέλος του προβλήματος, που είναι η προσφερόμενη αριστερή κοινοβουλευτική εναλλακτική πολιτική.

Στην ανάρτηση του Απρίλη, η Χελώνα σχολίαζε κλείνοντας:

Φαίνεται πως με ταχείς ρυθμούς, στη σκιά του δράματος της Φουκουσίμα, οι πολιτικές ελίτ και το πολιτικό προσωπικό της Ευρώπης ανασυντάσσονται. Πότε θα τους πάρουν χαμπάρι οι ομφαλοσκοπικές δυνάμεις της αριστεράς, μπας και καταφέρουν να πάρουν αμπάριζα;

Στην Πορτογαλία, προφανώς, δεν τους έχουν πάρει ακόμη χαμπάρι. Οι ελληνικοί εξ αριστερών σχολιασμοί των αποτελεσμάτων της Πορτογαλίας δείχνουν ότι ούτε οι έλληνες αριστεροί τα καταφέρνουν. Παραδείγματα άφθονα, αλλά ας μείνουμε σε δυο μόνο από τα προβεβλημένα στελέχη της εκτός κκε αριστεράς. Ο σ. Δελαστίκ, που έχει πέσει 100% έξω στις ανοιξιάτικες εκτιμήσεις του, αλλάζει τώρα τροπάρι, και σφυρίζει αδιάφορα για το μέλλον του σοσιαλιστικού κόμματος μετά απ’ αυτό το εκλογικό στραπάτσο. Ο δε Κώστας Ήσυχος, μέλος της ΠΓ της ΚΠΕ του ΣΥΝ, φυσάει και δεν κρυώνει την καταβαράθρωση του πορτογαλικού Μπλόκο, το παράδειγμα του οποίου έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τον δικό μας ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και, νομίζω, προδιαγράφει και την πορεία του δικού μας ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές. Είναι τέτοιο το άγχος του σ. Ήσυχου, που (εκ παραδρομής, φανταζόμαστε) χαρακτηρίζει τον συνασπισμό του πορτογαλικού κκ με τους οικολόγους δεξιό κόμμα. Κι ενώ όταν το Μπλόκο πετύχαινε σημαντικά αποτελέσματα ο ΣΥΝ πανηγύριζε προτού ακούσει τις εκτιμήσεις των πορτογάλων συντρόφων, σήμερα ο σ. Ήσυχος υποστηρίζει ότι

Είναι νωρίς ακόμα να βγουν συγκεκριμένα πολιτικά συμπεράσματα, κυρίως γιατί περιμένουμε από τις δυνάμεις της αριστεράς, οι ίδιες πρώτα να ερμηνεύσουν, να αναλύσουν και να τοποθετηθούν εν τέλει στα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών.

Αν οι δυνάμεις της πορτογαλικής αριστεράς εκτιμήσουν τα αποτελέσματα κατά τον τρόπο που βλέπει ο σ. Ήσυχος στη συνέχεια του άρθρου στην Ίσκρα (σ’ αυτόν ανήκει η ρήση περί «τήξης του δικομματισμού«, προ ημερών στο Αριστερό Βήμα), τότε ζήτω που καήκαμε. Δυστυχώς άνευ στοιχειωδώς έγκυρης ανάλυσης των καταστάσεων είναι δύσκολο να διαμορφώνεις βιώσιμη εναλλακτική πρόταση και αδύνατο να βαδίζεις στην ορθή κατεύθυνση.

Δύσκολα τα πράγματα! Αλλά η Χελώνα δεν χάνει την αισιοδοξία της.