Δεν είναι πρωταπριλιάτικο: Τα νέα wallpapers του πρωθυπουργικού γραφείου

Εδώ καράβια καίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν. Ενώ η ελληνική οικονομία καταρρέει μαζί με το ευρώ και την ΕΕ, και η ελληνική κυβέρνηση μάς προτείνει τα νέα της Wallpapers:

Η Χελώνα προτείνει ανεπιφύλακτα τη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς τέτοιων Wallpapers που σίγουρα η κοινή γνώμη θ’ αγκαλιάσει, αν ωστόσο ακολουθήσουν μια κάπως διαφορετική γραμμή, λίγο πιο συνοπτική, που θα πιάσει σίγουρα:

Ή ίσως αυτό:

Πιθανόν μια διαδικασία crowdsourcing να παράξει ενδιαφέροντα αποτελέσματα από τη βάση.

[Σοβαρά τώρα, πόσα παίρνει αυτός ο νοσηρός νους που κατεβασε την ιδέα;]

Ο εκδημοκρατισμός δεν μπορεί να σώσει την Ευρώπη

Γράφει στο Spiegel ο Herfried Münkler, πολιτικός επιστήμονας, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Humbolt του Βερολίνου. Η Χελώνα μεταφράζει στα γρήγορα χωρίς να συμμερίζεται τις απόψεις του καθηγητή, για να έχουμε λίγο πιο καθαρά στο μυαλό μας το τοπίο όπου βαδίζουμε. Αφιερώνεται εξαιρετικά στις δυνάμεις της αριστεράς στην Ελλάδα, που διασκεδάζουν αυτές τις ημέρες στα κάμπινγκ νεολαίας τους:

Ο εκδημοκρατισμός δεν μπορεί να σώσει την Ευρώπη

Η ανάγκη συγκέντρωσης της εξουσίας

Παρά τα μυριάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο εκδημοκρατισμός δεν είναι η λύση. Αντιθέτως, οι ελίτ της ΕΕ πρέπει να βελτιωθούν – και η εξουσία πρέπει ν’ αφαιρεθεί από την περιφέρεια.

Οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης αποτελούν σήμερα ένα θλιβερό θέαμα, από τις αντιφατικές αντιδράσεις τους στις εξεγέρσεις του αραβικού κόσμου ως τον φοβισμένο χειρισμό της κρίσης του ευρώ. Είτε επιμένουν να μην κάνουν τίποτα, ή πηγαίνουν από το ένα λάθος στο άλλο, έχοντας την προσδοκία ότι έτσι θα αποκτήσουν τον έλεγχο έναντι των αγορών. Τώρα που οι Ευρωπαϊκές ελίτ πρέπει να παρουσιάσουν αποδείξεις του παλιού τους ισχυρισμού ότι η Ευρώπη είναι ένας ικανός παίκτης στο παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό σκηνικό, δεν έχουν κάνει τίποτα άλλο απ’ το να πελαγοδρομούν. Και επειδή αρνούνται να πιστέψουν ότι έτσι έχουν τα πράγματα, γιορτάζουν κάθε αμήχανη κίνησή τους ως τη σωτηρία της Ευρώπης και του ευρώ. Η φτωχή εικόνα που δίνει σήμερα η Ευρώπη είναι εν πολλοίς το αποτέλεσμα της ανικανότητας των ελίτ της.

Με δεδομένη την αποτυχία των ελίτ, δεν είναι έκπληξη ν’ ακούγονται ανανεωμένες φωνές υπέρ του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης. Ξαφνικά, οι λαοί αναμένεται να διορθώσουν αυτά που έκαναν μαντάρα οι ελίτ. Αφού ήδη τους ζητούν να πληρώσουν για τα προβλήματα που προκάλεσαν οι ελίτ, πολλοί πιστεύουν ότι οι λαοί θα έπρεπε να έχουν περισσότερο λόγο στο πώς κι από ποιους ελέγχεται η Ευρώπη.

Όσο λογικό κι αν ακούγεται αυτό, με κανένα τρόπο δεν έχει νόημα μετά την πρώτη ματιά. Ακόμη κι αν εκδημοκρατιστεί η Ευρώπη, οι ελίτ των Βρυξελλών και του Στρασβούργου θα είναι ακόμη στην εξουσία. Η μόνη επιλογή του ευρωπαϊκού λαού, αν μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο, θα ήταν ν’ αντιδράσουν στην προφανή αποτυχία καταψηφίζοντας τους ηγέτες τους – και ψηφίζοντας κάποια αντιπολιτευόμενη ελίτ στη θέση τους. Ελέγχεται αν κάτι τέτοιο θ’ άλλαζε ριζικά την κατάσταση.

Οι Βρυξέλλες, που είναι η πρωτεύουσα του Βελγίου, είναι ένα καλό παράδειγμα του ότι η δημοκρατία δεν οδηγεί αυτομάτως στην εξουσία τις ικανές ελίτ. Από τις εκλογές του προηγούμενου καλοκαιριού, τα βελγικά πολιτικά κόμματα δεν έχουν καταφέρει να σχηματίσουν μια λειτουργική νέα κυβέρνηση. Η δημοκρατία στο Βέλγιο υποφέρει από τις εθνοτικές αναλογίες και τον πολιτικό διχασμό. Εδώ και καιρό δεν έχει την ικανότητα να φτάνει στις πιο στοιχειώδεις αποφάσεις. Και τώρα, ούτε οι συμβιβασμοί είναι εφικτοί.

Παίζοντας ένα άγριο παιχνίδι

Υπάρχει ο φόβος ότι ένας πιο ευρύς εκδημοκρατισμός της Ευρώπης θα οδηγούσε σε μια παρόμοια κατάσταση διότι η Ευρώπη είναι τουλάχιστον τόσο ετερογενής όσο το Βέλγιο σε εθνικά και οικονομικά ζητήματα. Το να ζητάς τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης είναι σαν  να παίζεις ένα άγριο παιχνίδι που θα οδηγήσει γρήγορα στη διάλυση της Ευρώπης. Αυτοί που βλέπουν τον εκδημοκρατισμό ως λογική αντίδραση στην κρίση μπορεί να μην συνειδητοποιούν αυτό το ρίσκο. Βλέπουν τον εκδημοκρατισμό ως αντανακλαστική αντίδραση στην κρίση. Αλλά η δημοκρατία απαιτεί συνθήκες που δεν υπάρχουν σήμερα στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη ήταν υπόθεση των ελίτ από την πολύ αρχή, με τον όρο ότι ο εκδημοκρατισμός θα συνέβαινε με την πρώτη ευκαιρία. Αν και η Ευρώπη έχει ζήσει ορισμένες στιγμές Καΐρου στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – στιγμές που ο καιρός φάνταζε κατάλληλος για περισσότερο εκδημοκρατισμό – η ευκαιρία δεν ήταν ποτέ εξίσου κατάλληλη σε ολόκληρη την Ένωση. Και επειδή μια γενική πλειοψηφία δεν είναι επαρκής σ’ αυτή την Ευρώπη, και θα έπρεπε να πειστούν οι πλειοψηφίες σε κάθε κράτος-μέλος, αυτές οι ευκαιρίες χάθηκαν. Αλλά οι ελίτ δεν είναι ιδιαίτερα ενεργητικές από τη φύση τους, και δίστασαν και κράτησαν μια στάση «βλέποντας και κάνοντας» – μια στάση που ήταν και είναι ακόμη εν μέρει αποτέλεσμα του θεσμικού πλαισίου εντός του οποίου λειτουργούν. Χωρίς ν’ αποτελεί έκπληξη, οι λίγες προσπάθειες για περισσότερη δημοκρατία στην Ευρώπη έγιναν στην καλύτερη περίπτωση με μισή καρδιά.

Άλλος ένας καθοριστικός παράγοντας ήταν η σχετική έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των ψηφοφόρων. Και οι εκλογές του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, που εκλέγεται άμεσα από τον πληθυσμό της Ευρώπης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, λίγο έχουν διασκεδάσει αυτόν τον σκεπτικισμό: Η αποχή είναι πολύ μεγάλη και αυτοί που ψηφίζουν έχουν την τάση να ψηφίζουν λαϊκιστές σε δυσανάλογα μεγάλα ποσοστά. Ο πληθυσμός της Ευρώπης δεν ήταν ποτέ και ακόμη δεν είναι ο Ευρωπαϊκός λαός.

Οι Ελίτ κρατούν ενωμένη την Ευρώπη

Αυτοί που στηρίζουν τον εκδημοκρατισμό, απαντούν ότι αυτή η διαδικασία είναι ο μόνος τρόπος να δημιουργήσεις ευρωπαϊκό λαό. Αυτό μπορεί να είναι σωστό επί της αρχής, αλλά απαιτεί επίσης την ύπαρξη τόσο κοινωνικοοικονομικών και πολιτικο-πολιτισμικών συνθηκών που με βεβαιότητα δεν υπάρχουν σήμερα, όπως δείχνει η αυξανόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των Ευρωπαίων στη διάρκεια της κρίσης του ευρώ. Αυτοί που υποστηρίζουν τον εκδημοκρατισμό, σήμερα ενισχύουν τις φυγόκεντρες δυνάμεις στην Ευρώπη. Παρά όλα τα λάθη και τις ανεπάρκειές τους, οι ελίτ είναι αυτές που κρατούν ενωμένη την Ευρώπη. Αντί να σκεπτόμαστε τον εκδημοκρατισμό, δεν θα έπρεπε καλύτερα να βελτιώσουμε τις ικανότητες των ελίτ;

Το κύριο πρόβλημα της θεσμικής Ευρώπης είναι ότι η εξουσία κινητοποιεί φυγόκεντρες δυνάμεις από τη στιγμή που η λάμψη της οικονομικής ευημερίας αρχίζει να χάνεται. Ενας πολιτικός και οικονομικός παίκτης που απαιτεί ανάπτυξη και και δεν μπορεί να διαχειριστεί τις αναταράξεις δεν θα επιβιώσει στον 21ο αιώνα. Ένας τέτοιος παίκτης είναι πρόβλημα και όχι λύση. Έτσι, η σημερινή κρίση πρέπει να ιδωθεί σαν μια ευκαιρία να μεταλλάξει την Ευρώπη με τέτοιο τρόπο που να παράξει καλύτερες ελίτ και να δώσει σ’ αυτές τις ελίτ περισσότερες δυνατότητες δράσης. Αυτό απαιτεί την τροποποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας και περιλαμβάνει την οδυνηρή σκέψη ότι μια μικρότερη αλλά αποτελεσματικότερη Ευρώπη είναι καλύτερη από μια μεγαλύτερη Ευρώπη που οι πολίτες την βλέπουν με αδιαφορία στην καλύτερη περίπτωση.

Άρα, το κεντρικό ζήτημα για την επανοικοδόμηση της Ευρώπης είναι ότι οι φυγόκεντρες δυνάμεις που ξεκινούν από τις διαρκείς απαιτήσεις εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών και τις κοινωνικοοικονομικές και πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στις περιφέρειες όχι μόνο θα καμφθούν, αλλά θα μετατραπούν σε κεντρομόλες δυνάμεις. Μ’ άλλα λόγια, η Ευρώπη χρειάζεται ένα ισχυρό κέντρο – αλλιώς θ’ αποτύχει.

Η κατάσταση στην οποία μια χώρα όπως η Ελλάδα, που το ΑΕΠ της κινείται μεταξύ 2-2,5% ολόκληρης της ευρωζώνης, μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή οικονομία και να τραβήξει το κοινό νόμισμα στο χείλος της αποτυχίας, αποκαλύπτει σημαντικά σχεδιαστικά λάθη στο πολιτικό σύνταγμα. Τα παράπονα για τις μεθοδεύσεις των Ελλήνων κατά την πορεία τους προς την ευρωζώνη, οι διοικητικές αδυναμίες της Ελλάδας (η χώρα δεν έχει καν εθνικό κτηματολόγιο) και η έλλειψη πειθαρχίας και αποφασιστικότητας για ένα κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού είναι στην καλύτερη περίπτωση παράπλευρες λεπτομέρειες. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα προβλήματα ήταν γνωστά εδώ και 10 χρόνια – και δεν βγήκε κανένα συμπέρασμα από αυτή τη γνώση.

Είναι ώρα το κέντρο να αναλάβει την περιφέρεια

Η Ευρώπη αντιμετωπίστηκε ως μια επιτυχία με λίγη ανάγκη συντήρησης – που θα μπορούσε να διαχειριστεί τους Έλληνες. Αντί να δοθεί προσοχή στους πραγματικά καθοριστικούς παράγοντες, έγινε μια συζήτηση θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας – μια συζήτηση που έκανε δυνατό να αφήσει έξω τους Τούρκους ενώ επέτρεπε στους Έλληνες, τους Βούλγαρους και τους Ρουμάνους να μπουν στην ΕΕ. Από την άποψη της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, τουλάχιστον, η Ευρώπη θα ήταν καλύτερα σήμερα αν είχε συμβεί το αντίθετο. Οι ελίτ χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα να θέτουν τα σωστά ερωτήματα. Οι ευρωπαϊκές ελίτ δεν τα κατάφεραν σ’ αυτό.

Άλλο ένα παράδειγμα της αποτυχίας των ευρωπαϊκών ελίτ ήταν η δήλωσή τους ότι η υιοθέτηση του ευρώ όχι μόνο θα δημιουργούσε μια αγορά μεγαλύτερη από τις ΗΠΑ, αλλά ότι επίσης το ευρώ θα είχε τα χαρακτηριστικά που χρειάζονται για να γίνει το δεύτερο παγκόσμιο νόμισμα, δίπλα στο δολάριο. Αλλά το παράλληλο σ’ αυτή την ιδέα – η ανάγκη για τουλάχιστον έναν ευρωπαϊκό οίκο αξιολόγησης που θα ακολουθούσε άλλη πολιτική από τους αμερικανικούς οίκους αξιολόγησης – αγνοήθηκε. Οι Ευρωπαίοι ήταν αποφασισμένοι να προκαλέσουν την κυριαρχία του δολαρίου, μαζί με όλα τα πλεονεκτήματα που δημιουργούσε για τις ΗΠΑ, και παρά ταύτα έβαλαν το ευρώ σε περιβάλλον χωρίς προστασία. Θα μπορούσε να υποστεί επίθεση ανά πάσα στιγμή διότι οι αμερικανικοί οίκοι αξιολόγησης θα έψαχναν τους αδύναμους κρίκους του Eurogroup και θ’ ασκούσαν πίεση εκεί. Το πρεστίζ του ευρώ ήταν και παραμένει πολύ ευάλωτο. Αντί γι’ αυτό, ένα σχέδιο όπως το ευρώ έπρεπε να είχε προετοιμαστεί μ’ έναν τρόπο που θα εγκαθίδρυε στρατηγικές άμυνες.

Μόνο σήμερα σκέφτονται σοβαρά οι ευρωπαίοι να δημιουργήσουν έναν τέτοιο οίκο αξιολόγησης, αλλά σήμερα οι προθέσεις τους και η λειτουργία του οίκου είναι πολύ διαφανείς. Ίσως η μόνη εξήγηση για το στρατηγικό λάθος είναι ότι οι ελίτ άρχισαν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως διαχειριστές της ευημερίας και έχασαν την εικόνα της στρατηγικής μάχης για εξουσία και επιρροή. Είναι πιθανόν οι ευρωπαϊκές ελίτ να έγιναν θύματα των εξηγήσεων που έδωσαν στους λαούς τους για να νομιμοποιήσουν το σχέδιο. Είδαν τους εαυτούς τους ως έναν αγαθό γίγαντα και όχι ως πολιτικούς παίκτες που παλεύουν για τα συμφέροντά τους στο εξωτερικό και επικρατούν στο εσωτερικό. Στην πολιτική, η σύγχυση μεταξύ νομιμοποίησης και στρατηγικής είναι μια ασυγχώρητη αμαρτία.

Παρακμή και διάλυση

Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά παραδείγματα σημαντικών αποτυχιών των ελίτ σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά το ζήτημα-κλειδί είναι ότι αυτές οι αποτυχίες μπορούν να διορθωθούν μόνο από τις ίδεις τις ελίτ, και πως η προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι αποτυχίες με βίαιο εκδημοκρατισμό θα οδηγούσε στην άτακτη διάλυση της Ευρώπης. Το όργανο του λαϊκισμού, συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί ένα επικίνδυνο εργαλείο που οι πολιτικοί παίκτες έχουν χρησιμοποιήσει στην ευρωπαϊκή διεργασία ξανά και ξανά. Στην παρούσα κατάσταση, ο εκδημοκρατισμός θα δυνάμωνε τις δυνατότητες των αντιευρωπαϊστών παικτών και θα αύξανε σημαντικά αυτούς που βάζουν βέτο στις Βρυξέλλες.

Είναι απίθανο στην Ευρώπη πιο ικανές ελίτ να έρθουν στην εξουσία ή οι υπάρχουσες ελίτ να κάνουν λιγότερα λάθη, να γίνουν πιο αποφασιστικές και να βάλουν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα με περισσότερη ικανότητα στο τραπέζι, όσο το γενικό πλαίσιο της συμπεριφοράς των ελίτ – το ευρωπαϊκό σύνταγμα, δηλαδή – δεν αναδομείται σημαντικά. Η σημερινή κρίση δεν είναι καλή στιγμή για εκδημοκρατισμό, αλλά είναι μια ευκαιρία για τροποποίηση της Συνθήκης της Λισαβόνας. Στο παρελθόν, λεγόταν ότι ο άξονας Παρισιού-Βόννης ή Παρισιού-Βερολίνου έπρεπε να είναι γερός για να κάνει πρόοδο η Ευρώπη. Σήμερα, το φορτίο πάνω σ’ αυτόν τον άξονα είναι πολύ βαρύ. Οι Γερμανοί αναμένεται να δείχνουν περισσότερο ηγέτες, αλλά τη στιγμή που δείχνουν πράγματι ολίγη ηγεσία, αυτή απορρίπτεται αν δεν αντιπαλεύεται. Στην Ευρώπη, η περιφέρεια έχει πολλή δύναμη και το κέντρο πολύ λίγη. Όσο δεν αλλάζει αυτό, η ΕΕ και το ευρώ δεν θα βγουν από την κρίση. Η αναδιανομή του πολιτικού βάρους στην Ευρώπη μπορεί να είναι δύσκολη, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι αναγκαία.

Πριν την διεύρυνση της ΕΕ προς την Ανατολική Ευρώπη, υπήρχε μια συζήτηση για τη μελλοντική ανάπτυξη της ΕΕ, αλλά βασιζόταν στο λανθασμένο δίλημμα «εμβάθυνση ή επέκταση». Το πραγματικό ερώτημα θα έπρεπε να είναι πόσο ισχυρό πρέπει να είναι το κέντρο για να διαχειριστεί μια μεγαλύτερη περιφέρεια. Τώρα η περιφέρεια κυριαρχεί στο κέντρο και επιβάλλει τόσο την πολιτική ατζέντα όσο και τον ρυθμό των αποφασιστικών διαδικασιών. Ακόμη κι αν η Ευρώπη καταφέρει να συρθεί μέσα στην κρίση του ευρώ και την ελληνική κατάρρευση, αυτό το υποδόριο πρόβλημα δεν θα χαθεί. Στην πραγματικότητα, τέτοιες κρίσεις μπορεί να επαναληφθούν οποιαδήποτε στιγμή. Μια λιγότερο ή περισσότερο τακτική εθνική χρεοκοπία της Ελλάδας θα ήταν ένα μικρό βήμα για την σωτηρία του ευρώ. Το μεγάλο βήμα είναι μια πολιτική επανίδρυση της Ευρώπης, μια επανίδρυση όπου ο εκδημοκρατισμός θα ήταν μια πραγματική επιλογή και δεν θα προξενούσε την απειλή της παρακμής και της διάλυσης.

Μιλτιάδης Παπαϊωάννου: μαθήματα παραπλάνησης απ’ τον υπουργό «διαφάνειας»

Ο υπουργός δικαιοσύνης, διαφάνειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων δίνει συνέντευξη στο Βήμα της Κυριακής. Μεταξύ άλλων, η δημοσιογράφος Γιάννα Παπαδάκου τον ρωτά:

– Πιστεύετε ότι η διαφθορά έχει αγγίξει και τον χώρο της Δικαιοσύνης; Τι λέτε για την πρόταση Γιούνγκερ να μπουν τεχνικοί σύμβουλοι από την Ευρώπη και σε αυτόν τον χώρο;

«Η αδικία, η ανομία και η ατιμωρησία είναι δυστυχώς πλέον δομικά στοιχεία του πολιτικού μας συστήματος, είναι νοοτροπία. Η αδικία και η ανομία ξεκινούν δυστυχώς από πράξεις και παραλείψεις της πολιτείας και διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία. Αυτή όμως η διαπίστωση, που αποτελεί σήμερα κοινό τόπο, είναι ατυχές να συνδέεται με τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Γιούνγκερ. Αν ανατρέξουμε στο σύνολο των δηλώσεων του κ. Γιούνγκερ, θα διαπιστώσουμε ότι η όλη συζήτηση είναι ανούσια και περιττή καθώς ήταν σαφής η αναφορά του για έμπρακτη βοήθεια στην Ελλάδα στο πλαίσιο της αρχής της αλληλεγγύης που πρέπει να διέπει τις χώρες-μέλη της ΕΕ».

Δηλαδή, ο υπουργός αφήνει να εννοηθεί ότι δεν βλέπει θετικά τους εξωτερικούς τεχνικούς συμβούλους στο χώρο της δικαιοσύνης κι ακόμη ότι δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα. Η δημοσιογράφος δεν επιμένει για να διευκρινίσει, κι έτσι η απόπειρα παραπλάνησης της κοινής γνώμης στέφεται με επιτυχία. Ο υπουργός είναι πολλά χρόνια στο κουρμπέτι της πολιτικής, και έχει μάθει καλά να μην απαντά σ’ αυτό που τον ρωτάνε. Η αλήθεια, βέβαια, είναι κάπως διαφορετική.

Στις σελίδες 51-55 του επικαιροποιημένου μνημονίου και υπό τον τίτλο «Για την αναμόρφωση του δικαστικού συστήματος» διαβάζουμε μεταξύ άλλων δεσμεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης στους «εταίρους» της χώρας:

[Η Κυβέρνηση] διεξάγει, από κοινού με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, μελέτη των εκκρεμών υποθέσεων σε όλα τα υπόλοιπα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία μέχρι τέλος Μαρτίου 2012 και ανάλυσή τους μέχρι το τέλος Ιουνίου 2012. [Q2 2011]

Και πιο κάτω:

Μέχρι το τέλος Αυγούστου 2012, η Κυβέρνηση με βάση τη μελέτη που διεξήγε από κοινού με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες παρουσιάζει ένα σχέδιο δράσης με συγκεκριμένους στόχους για την μείωση των υποθέσεων που εκκρεμούν στα υπόλοιπα δικαστήρια κατά τουλάχιστον 50 τοις εκατό ως το τέλος Ιουλίου 2013 και αρχίζει την εφαρμογή του προγράμματος δράσης. [Q3 2012]

Σε περιόδους μειωμένης κυριαρχίας ο χώρος της δικαιοσύνης, μιας εκ των τριών εξουσιών, δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τα ενδιαφέροντα των πραγματικών διαχειριστών της χώρας. Βεβαίως, υπάρχουν κι άλλες ενδιαφέρουσες δεσμεύσεις της κυβέρνησης για τον χώρο της δικαιοσύνης, τις οποίες ο αρμόδιος υπουργός καταπίνει αμάσητες στην συνέντευξή του στο Βήμα της Κυριακής, τις οποίες μπορούμε να συνοψίσουμε στην εξής μία: προώθηση των συνοπτικών διαδικασιών στη δικαιοσύνη, με ιδιαίτερη μέριμνα τις φορολογικές υποθέσεις, τις αναγκαστικές εκτελέσεις και τις διαταγές πληρωμών. Η Χελώνα δεν θέλει να κουράσει με περαιτέρω λεπτομέρειες, όμως σχηματίζει την εντύπωση ότι ο συντάκτης των δεσμεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη ως τεχνική διαδικασία, παράπλευρη της κρατικής μηχανής. Δεν θα επιχειρηματολογήσει επ’ αυτού αυτή τη στιγμή, είναι όμως ανοικτή σε απόψεις. Σε σοβαρές απόψεις, οπότε ο κ. υπουργός παρακαλείται να απέχει από τον διάλογο.