Ο Μπάμπης Δήμαρχος

Γράφει ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στην Καθημερινή, μ’ αφορμή τη διαμαρτυρία των δημάρχων για την οικονομική διάλυση των δήμων της χώρας:

Οι δήμοι είναι κράτος. Το κράτος δεν «απεργεί». Και δεν κλείνει.

Ε, όχι, κύριε Μπάμπη. Οι δήμοι δεν είναι κράτος. Δεν έχεις διαβάσει το άρθρο 102 του Συντάγματος;

1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους.
2. Oι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Oι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει.
3. Με νόμο μπορεί να προβλέπονται για την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης αναγκαστικοί ή εκούσιοι σύνδεσμοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που διοικούνται από αιρετά όργανα.
4. Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. O έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει. Πειθαρχικές ποινές στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκτός από τις περιπτώσεις που συνεπάγονται αυτοδικαίως έκπτωση ή αργία, επιβάλλονται μόνο ύστερα από σύμφωνη γνώμη συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, όπως νόμος ορίζει.
5. Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την απόδοση και κατανομή, μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των φόρων ή τελών που καθορίζονται υπέρ αυτών και εισπράττονται από το Κράτος. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του Κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τον καθορισμό και την είσπραξη τοπικών εσόδων απευθείας από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Εννοείται πως η Χελώνα δεν έχει καμιά διάθεση να στηρίξει τους περισσότερους από τους δημάρχους που αυτή τη στιγμή διαμαρτύρονται για τα οικονομικά της αυτοδιοίκησης. Εν μέρει την καλύπτει αυτή η τοποθέτηση. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι θα χαρίσει τον θεσμό, τις δυνατότητες και την ιστορία του αφενός στα παιδιά των κομματικών σωλήνων που πληρώνονται πολύ καλά για να καταλαμβάνουν με τις κωλάρες τους τους δημαρχιακούς θώκους και αφετέρου στο πολιτικοδημοσιογραφικό κατεστημένο που υπηρετεί το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο σ’ αυτή την εποχή της αντιδραστικής παγκοσμιοποίησης.

Εξάλλου, όσο αμυδρή κι αν φαίνεται η πιθανότητα να αυτοδιαχειριστούμε τις τοπικές υποθέσεις με τρόπο οριζόντιο και γνήσια δημοκρατικό, αποτελεί ίσως τη μόνη δυνατότητα αναστροφής της αδιέξοδης κοινωνικής πορεία μας.

Ας καταδικάσουμε την ουρολαγνική βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται

Ο Στέφανος Κασιμάτης, με την αιχμηρή πένα του σε ρόλο νυστεριού, ανατέμνει σήμερα το ουροποιητικό σύστημα ενός εβδομηντάχρονου Αθηναίου που ξαλάφρωσε μια μέρα του Ιουλίου στον τοίχο της γαλλικής πρεσβείας, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Κατά τη διαδικασία εντοπίζει με χειρουργική ακρίβεια το σπέρμα της βίας των Δεκεμβριανών του 2008. Αξίζει να παρακολουθήσουμε τον συλλογισμό του:

Όταν μηχανάκια κινούνται ελεύθερα στα πεζοδρόμια, μπροστά στα μάτια αδιάφορων αστυνομικών, όταν αλήτες καταστρέφουν συστηματικά τη δημόσια περιουσία, καλυπτόμενοι πίσω από το ισχνό πρόσχημα κάποιας αντιεξουσιαστικής μανιέρας, όταν η επιθετική επαιτεία των ναρκομανών ασκείται ανεμπόδιστα στα σημεία της πόλης που υποτίθεται ότι είναι η βιτρίνα της, γιατί να μην κάνει και [ο εβδομηντάχρονος Αθηναίος] χρήση του φυσικού δικαιώματός του να τα αμολήσει όπου του αρέσει;

Και συνεχίζει, αφού διεκτραγωδήσει για λίγο την κατάσταση του αθηναϊκού κέντρου:

Η παρακμή της Αθήνας ξεκίνησε αμέσως μετά τον ψευδοθρίαμβό της: τους Ολυμπιακούς. Ξεκίνησε με τη συσσώρευση λαθρομεταναστών, που επέφερε τη σταδιακή γκετοποίηση τμημάτων της. «Επισημοποιήθηκε», δε, με τα Δεκεμβριανά του 2008. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών ήταν η κρίσιμη καμπή, διότι μία δεξιά κυβέρνηση ήταν αυτή που με τη στάση της νομιμοποίησε το δικαίωμα του όχλου να «το κάψει» για να ξεδώσει. Ακόμη χειρότερα, με τη στάση της τότε, αναγνώρισε ηλιθίως το ιδεολογικό υπόβαθρο της «εξέγερσης»· δηλαδή, την ευκολία μιας ψευδώνυμης ευαισθησίας που πασάρεται ως ιδεολογία και ντύνεται με τα αφελή επιχειρήματα ενός ανθρωπισμού για χαζούς, που απορρίπτει την τιμωρία και διαχέει τις ευθύνες ώσπου δεν ανήκουν πια σε κανέναν – διότι όταν φταίμε όλοι, τότε δεν φταίει κανείς.

Τέλος, αφού εκθέτει κατ’ αντιπαράσταση το παράδειγμα της αντίδρασης των αρχών στο Λονδίνο στις περσινές καλοκαιρινές ταραχές, όπως και την προετοιμασία του βρετανικού αστυνομικού και δικαστικού μηχανισμού κατά τους πρόσφατους ολυμπιακούς αγώνες, εκθειάζει τις λύσεις που βρήκε ο βρετανικός νομικός πολιτισμός για να αντιμετωπίσει όλη αυτή την υπέρμετρη βία που ξεκινά από τους ανεξέλεγκτους εμπρησμούς και καταλήγει μέχρι και στις ανεξέλεγκτες ουρήσεις έξω από πρεσβείες στρατηγικών μας συμμάχων.

Η Χελώνα θέλει καταρχάς να επισημάνει στον Στέφανο Κασιμάτη ότι, σύμφωνα με τον ουρολόγο Βασίλη Πουλάκη, μετά την ηλικία των 70, εννιά στους δέκα άνδρες υποφέρουν από καλοήθη υπερπλασία του προστάτη (ΚΥΠ), η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του γιατρού, «δημιουργεί δυσκολίες στην καθημερινότητα τόσο του άνδρα που υποφέρει όσο και της συντρόφου που βιώνει το πρόβλημα μαζί του».

Μ’ αυτό σαν δεδομένο, η Χελώνα θα συμφωνήσει με τον Στέφανο Κασιμάτη ότι η Αθήνα είναι μια τριτοκοσμική πρωτεύουσα, αφού δεν διαθέτει δημόσιες τουαλέτες για τους πολίτες και τους επισκέπτες της. Ωστόσο επειδή η κάπως μπρουτάλ λύση που έδωσε ο γέροντας στο πρόβλημά του λαμβάνει ρεαλιστικά υπόψη αυτή την κρίσιμη λεπτομέρεια του θεσμικού περιβάλλοντος και επιδεικνύει αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία, η Χελώνα κρίνει πως ο καλός δημοσιογράφος μ’ αφορμή τον εβδομηντάχρονο ουρητή πέφτει στην παγίδα της αποκήρυξης των αρχών του φιλελευθερισμού και θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να μάθουμε τι θα έκανε ο ίδιος αν βρισκόταν στη θέση του εβδομηντάχρονου Αθηναίου.

***

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε στο 2042, είσαι ο Στέφανος Κασιμάτης, ανήκεις στο 90% των εβδομηντάχρονων που υποφέρουν από ΚΥΠ, περπατάς στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας μπροστά από τη γαλλική πρεσβεία σκεπτόμενος τη σύντροφό σου που βιώνει το πρόβλημα μαζί σου και, ξαφνικά, σου έρχεται να ουρήσεις. Τι επιλογές διαθέτεις;

Αρχικά σκέφτεσαι να διασχίσεις την Βασιλίσσης Σοφίας και, υπενθυμίζοντας τη δημοσιογραφική σου ιδιότητα, να ζητήσεις ευγενικά από τους φρουρούς της Βουλής των Ελλήνων να χρησιμοποιήσεις τις υποδομές του κοινοβουλίου. Το ξανασκέφτεσαι, όμως, γιατί απ’ το σημείο που βρίσκεσαι θα χρειαστεί να περάσεις τον δρόμο παρανόμως, όχι από την διάβαση των πεζών, κι επειδή η τήρηση της νομιμότητας είναι ζήτημα αρχής για σένα, προσπαθείς να βρεις άλλη λύση.

Κοιτάς για λίγο προς τα ανατολικά και σκέφτεσαι αν προλαβαίνεις να φτάσεις ως την Σέκερη κι από εκεί στο φιλόξενο Κολωνάκι όπου σίγουρα θα βρεις μια τουαλέτα για να ανακουφιστείς. Υπάρχει χρόνος όμως;

Περνάει για μια στιγμή απ’ το μυαλό σου να χτυπήσεις το κουδούνι της γαλλικής πρεσβείας και να ζητήσεις σε άψογη γαλλική από τον φρουρό να σε αφήσει να χρησιμοποιήσεις τις σχετικές υποδομές σε γαλλικό έδαφος, όμως δεν έχεις μαζί σου διαβατήριο κι από τότε που η Ελλάς δεν ανήκει πια στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Γαλλία έχει επανεισαγάγει διαδικασία βίζας για τους Έλληνες πολίτες.

Η κατάσταση είναι αδιέξοδη. Υπάρχει μόνο μια ριψοκίνδυνη αλλά και τόσο ταιριαστή στην περίπτωσή σου λύση: Κάνεις στροφή 180 μοιρών, σφίγγεις τα δόντια δαγκώνοντας τη γλώσσα (με προφανή τον κίνδυνο δηλητηρίασης), διασχίζεις πρώτα την Ακαδημίας και μετά την Πανεπιστημίου και ανεβαίνεις τρέχοντας τα σκαλιά της «Μεγάλης Βρεταννίας», που ήταν το στρατηγείο των εθνικών δυνάμεων και των Βρετανών συμμάχων μας στη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944. Το «GB Corner» είναι ο πλέον κατάλληλος τόπος για την ανακούφιση ενός εβδομηντάχρονου διαβάτη, αν προλάβει βέβαια να φτάσει ως εκεί χωρίς να τον προδώσει το ουροποιητικό του σύστημα κι ο υπερτροφικός του προστάτης.

Αυτή η λύση έχει κι άλλα πλεονεκτήματα για έναν εβδομηντάχρονο, αν σε λένε Στέφανο Κασιμάτη: Το «GB Corner» είναι γεμάτο αναμνήσεις. Θα θυμηθείς εκείνη τη φορά που βρέθηκες εκεί για ένα γεύμα με τον Μάκη Βορίδη. Θ’ αρχίσεις να αφηγείσαι στον θυρωρό με τις επωμίδες: «Θυμάμαι πως παραγγείλαμε δύο ντράι μαρτίνι με τζιν, δύο Angus burgers (το μπιφτέκι ήταν εξαιρετικό, άνετα τρωγόταν ακόμη και τελείως άψητο, αλλά οι πατάτες παρατηγανισμένες), επίσης ένα αναψυκτικό και δύο καφέδες. Το σύνολο ήταν 101 ευρώ (δεν είχαμε ακόμη επιστρέψει στη δραχμή) και το σέρβις τού συνήθους υψηλού επιπέδου». Όλες αυτές οι υπέροχες στιγμές θα έρθουν στη μνήμη σου και θα χαμογελάσεις νοσταλγικά ατενίζοντας την όμορφη Αθήνα.

Όμορφη; Πώς όμορφη; Πότε έγινε αυτό; Ανέλαβαν τη διαχείριση της πόλης οι ικανοί σύμμαχοί μας;

***

Ας γυρίσουμε, όμως, στο παρόν και στο ζήτημα της κλιμακούμενης βίας των κουκουλοφόρων και των ξεκουκούλωτων ουρητών. Ο Στέφανος Κασιμάτης πρέπει καταρχάς να παραδεχτεί ότι αν ο εν λόγω εβδομηντάχρονος Αθηναίος προέβη σε μια πράξη πολιτικής ανυπακοής, όπως πιθανολογεί στο άρθρο του, είχε το θάρρος να το κάνει χωρίς κουκούλα και κάτω από τις κάμερες. Αυτό κάτι μας λέει για τον χαρακτήρα του γέροντα, για τα τιμημένα ελληνικά γηρατειά, για το ρόλο που μπορούν αυτά να παίξουν στη διαπαιδαγώγηση των νεότερων.

Η Χελώνα προτείνει στον Στέφανο Κασιμάτη να κουβεντιάσει το ζήτημα και με τον συνάδελφό του Πάσχο Μανδραβέλη. Ο Μανδραβέλης, στο σημερινό του τακτικό άρθρο στην ίδια εφημερίδα, σχολιάζει τις υψηλές βάσεις των αστυνομικών σχολών, αναρωτιέται πώς γίνεται ορισμένοι από τους βίαιους δεκαπεντάχρονους του Δεκέμβρη του 2008 να επιδιώκουν να γίνουν αστυνομικοί και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «αυτή η γενιά, παρά την επίφαση επαναστατικότητας, αναπαράγει το σύνολο των πεποιθήσεων της προηγούμενης» περί εξασφάλισης και βολέματος.

Έτσι, τα Δεκεμβριανά που γέννησαν τη βία της ούρησης της τρίτης ηλικίας δεν κατόρθωσαν να επηρεάσουν ένα τμήμα τουλάχιστον των νεαρών πρωταγωνιστών τους, οι οποίοι ενσωματώνονται στο σύστημα όταν μπει η παράμετρος της επαγγελματικής εξασφάλισης. Η Χελώνα δεν ξέρει αν απ’ αυτό θα έπρεπε να βγάζουμε κάποιο συμπέρασμα για τη βία, καθώς, Πάσχο (ελπίζω να μη σε πειράζει ο ενικός), αν οι βίαιοι δεκαπεντάχρονοι του 2008 γίνουν αστυνομικοί, δεν θα συμβεί επειδή έπαψαν να είναι βίαιοι, αλλά επειδή δεν είναι πλέον δεκαπεντάχρονοι.

Κάπου εδώ, που οι διαχωριστικές κόκκινες γραμμές μεταξύ σοβαρότητας και σοβαροφάνειας έχουν θολώσει απελπιστικά, έρχεται σαν από μηχανής θεός ένας νεκρός για να σώσει την κατάσταση. Πρόκειται για τον Μάριο Χάκκα. Ο Χάκκας έχει γράψει ένα μικρό διήγημα με τον τίτλο «Ο Μπιντές» που ασχολείται με την ευπρέπεια και το οποίο η Χελώνα πιθανολογεί ότι δεν το έχει διαβάσει ο Στέφανος Κασιμάτης. Επειδή σ’ αυτό το διήγημα μπαίνουν μια σειρά κρίσιμα ερωτήματα και δίνονται μια σειρά κρίσιμες απαντήσεις, ας του δώσουμε αυτή την ευκαιρία:

Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι. 

Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ’ έπιασε κόψιμο, τα ‘κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ως και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ’ άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ’ ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια. 

Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βρέθηκα μ’ όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε. 

Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη. 

Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ’ έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι. 

Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων. 

«Κάποτε θα ‘ρθει και της τουαλέτας η ώρα», έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τι ήταν πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ’ απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ. 

Τ’ άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το ‘να μάτι μπλε τ’ άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή – ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα; 

Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ. 

Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν’ αναπνεύσω λιγάκι, ν’ ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ’ τ’ αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. Έστησα το αυτί και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ’ ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.

ΥΓ. Για όποιον δε θέλει να διαβάζει σεντόνια και είναι πιο ακουστικός τύπος, υπάρχει και μια άλλη πιο συνοπτική απάντηση στο άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη. Disclaimer: η Χελώνα δεν τη συμμερίζεται διότι δεν ταιριάζει με την αγωγή της.

Ο Αμπντουλάχ, η ΕΛ.ΑΣ. και η Καθημερινή

Η Καθημερινή έχει ιδιόμορφο κριτήριο για την αποτελεσματικότητα της Ελληνικής Αστυνομίας. Γράφει στο προχθεσινό κύριο άρθρο της:

Η εξιχνίαση της πολύκροτης υπόθεσης της Πάρου δείχνει πως η Ελληνική Αστυνομία μπορεί να κάνει άψογα τη δουλειά της με επαγγελματισμό και σύστημα. Και αυτό παρά το γεγονός πως βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο συνεργασίας μεταξύ ποινικών και τρομοκρατών, το οποίο, μέρα με τη μέρα, γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο.

Η ηγεσία του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως δείχνει, πάντως, αποφασιστικότητα και πυγμή στην πάταξη της εγκληματικότητας, της λαθρομετανάστευσης και της τρομοκρατίας, κάτι που έλειπε τόσο κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από την περιώνυμη «περίοδο Παπουτσή». Οι πολίτες το αναγνωρίζουν, καθώς βλέπουν επιτέλους το κράτος να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη.

Η Χελώνα δεν θα μπει στις λεπτομέρειες του άρθρου (πχ δεν είναι εξιχνίαση ληστείας μετά φόνου η σύλληψη ενός εκ των τριών φερομένων δραστών ή ακόμη ότι η συνεργασία ποινικών και τρομοκρατών βγήκε απ’ το καπέλο της εφημερίδας ενώ ούτε η ΕΛΑΣ δεν λέει κάτι τέτοιο για την εν λόγω ληστεία). Θα επισημάνει όμως μια είδηση από τις εσωτερικές σελίδες του ίδιου φύλλου, η οποία αμφισβητεί ευθέως την επίσημη θέση της εφημερίδας:

Ο Αμπντουλάχ Α., Ιρακινός μετανάστης, βρέθηκε στις 12 Αυγούστου αιμόφυρτος, στο οδόστρωμα της Εγνατίας Οδού στο ύψος της Ξάνθης, από διερχόμενους οδηγούς και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εφερε μώλωπες σε όλο του το σώμα και βαρύ κάταγμα στο πόδι. Ο Αμπντουλάχ είχε συλληφθεί στην Αθήνα στο πλαίσιο της επιχείρησης «Ξένιος Ζευς» και μεταφέρθηκε στην Κομοτηνή για προσωρινή κράτηση στις εγκαταστάσεις της εκεί σχολής της ΕΛ.ΑΣ., με σκοπό να απελαθεί. Κατά τον έλεγχο των εγγράφων του, όμως, διαπιστώθηκε ότι είχε νόμιμη άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα και αφέθηκε ελεύθερος.

Κανονικά εκείνοι που τον οδήγησαν, παράνομα όπως αποδείχθηκε, στην Κομοτηνή θα έπρεπε να τον μεταφέρουν πίσω στον τόπο διαμονής του, στην Αθήνα. Αυτό δεν έγινε και καθώς δεν είχε χρήματα, θέλησε να επιστρέψει με ωτοστόπ στην Αθήνα. Εφτασε έτσι έως την Ξάνθη, αλλά έγινε αντιληπτός από περιφερόμενες ομάδες ροπαλοφόρων μοτοσικλετιστών που, σύμφωνα με τον ίδιο, του επιτέθηκαν και τον ξυλοκόπησαν άγρια. Γλίτωσε τα χειρότερα όταν τη σκηνή αντιλήφθηκαν διερχόμενοι οδηγοί, που τον μετέφεραν ημιλιπόθυμο στο νοσοκομείο Ξάνθης. Οι γιατροί της ορθοπεδικής κλινικής τοποθέτησαν νάρθηκα στο πόδι του και σε μια κίνηση ανθρωπισμού συγκέντρωσαν χρήματα και του πλήρωσαν το εισιτήριο της επιστροφής στην Αθήνα, όπου εργάζεται.

Το ρεπορτάζ συνεχίζει ενημερώνοντας το φιλοθέαμον κοινό για τη δραστηριότητα των ρατσιστικών συμμοριών στην περιοχή της Ξάνθης. Αλλά ας τις αφήσουμε για μια στιγμή  στην άκρη ν’ ακονίζουν τα μαχαίρια τους κι ας κρατήσουμε την αντίφαση ανάμεσα στην ανατριχιαστική, πλην casual, είδηση των εσωτερικών σελίδων και την κραυγαλέα προπαγάνδα του πρωτοσέλιδου.

Προφανώς, για την Καθημερινή αυτά τα μικρά λάθη της ΕΛ.ΑΣ., δηλαδή να μη μπορεί να ξεχωρίσει αν ένας μετανάστης έχει χαρτιά ή όχι προτού τον χώσει στο μπουντρούμι χίλια χιλιόμετρα μακριά απ’ το σπίτι του, είναι μεμονωμένα περιστατικά από αυτά που συμβαίνουν, βρε αδερφέ, στο ελληνικό κράτος και στην καφκική φαντασία. Και δεν πειράζει που με επαγγελματισμό και σύστημα η ΕΛ.ΑΣ. δεν αποζημίωσε τον αδίκως συλληφθέντα, ούτε καν φρόντισε να γυρίσει στο σπίτι του – η φυσική και η πολιτική ηγεσία της είναι απόλυτα ικανοποιητικές, σύμφωνα με την εφημερίδα.

Ποιος νόμος και ποια τάξη επιβλήθηκαν στην υπόθεση του Αμπντουλάχ Α.; Τι περιθώριο του αφέθηκε από τις αστυνομικές αρχές που τον παρακράτησαν παράνομα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του; Το κλίμα της είδησης, όπως και η πηγή της, που φαίνεται πως είναι οι συνεπείς γιατροί της Ξάνθης, δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Όταν ο Αμπντουλάχ Α. ξαναπερπατήσει μετά την ανάρρωσή του, θα αλλάζει δρόμο δικαίως όποτε βλέπει αστυνομικό ακόμη κι αν έχει όλα τα χαρτιά του, αφού για τις δυνάμεις της αστυνομίας είναι εξ ορισμού ένοχος επειδή υπάρχει κι όχι επειδή παρανόμησε. Αύριο μάλιστα, όταν ο Αμπντουλάχ Α. θα έχει χάσει λόγω της αναγκαστικής λόγω τραυματισμού αργίας τα απαιτούμενα ένσημα για την ανανέωση της άδειας παραμονής, η ΕΛ.ΑΣ. θα ολοκληρώσει την υπεύθυνη εργασία της στα πλαίσια άλλης μιας φάσης του «Ξενίου Διός». Τέτοιος συντονισμός, τέτοια προβλεπτικότητα της αστυνομίας είναι αξιοθαύμαστα.

Για ξανασκέψου το. Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ πρωτοσέλιδου και εσωτερικών σελίδων. Η Καθημερινή έχει απόλυτο δίκιο. Μια τέτοια αστυνομία είναι απόλυτα ικανοποιητική, χρήσιμη, ωφέλιμη γι’ αυτούς που την ελέγχουν. Μια αστυνομία που τη φοβάσαι και δεν τη σέβεσαι, που μπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιμώρητα, που τα βρόμικα έργα και οι ημέρες της έρχονται στη δημοσιότητα, όπως σ’ αυτή την υπόθεση, αλλά δεν ιδρώνει το αφτί κανενός υπουργού, κανενός αρχηγού και κανενός εισαγγελέα, ούτε καν των κομμάτων και των οργανώσεων της αριστεράς που άφησαν η υπόθεση να χαθεί στις πίσω σελίδες μιας δεξιάς εφημερίδας με ένδοξο παρελθόν και ακόμη πιο ένδοξο, καθώς φαίνεται, μέλλον.

ΥΓ. Η Χελώνα έχει αρχίσει και μιλάει για την Καθημερινή λες κι είναι πρόσωπο κι όχι εφημερίδα. Ίσως να πάσχει από το Σύνδρομο της Στοκχόλμης.

Διακοποδάνεια

Τώρα που τα τραπεζικά διακοποδάνεια πήραν τη θέση τους στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μπορούμε να αναζητήσουμε τρόπους αναπαραγωγής της εργατικής μας δύναμης για τους οποίους δε θα χρειάζεται να πληρώσουμε και τόκους. Πρόκειται για μια θετική αλλαγή, όμως την πρωτοβουλία φαίνεται πως την πήραν οι τράπεζες που προσωρινά δεν έχουν ιδιαίτερο συμφέρον να δίνουν δάνεια και λουφάζουν αναμένοντας συγχωνεύσεις, ανακεφαλαιοποιήσεις και το ζεστό χρήμα του EFSF, ESM, ΤΧΣ και άλλων ακρωνύμων της σύγχρονης ανακατανομής πλούτου προς τα πάνω.

Η Χελώνα προτείνει στους μέχρι χθες φίλους τέτοιων τραπεζικών προϊόντων που σήμερα τα νοσταλγούν, να αδράξουν την ευκαιρία που τους δίνει η σημερινή πιστωτική τους αναξιοπιστία και να σκεφτούν λίγο τα παρακάτω:

Όπως έχει δείξει πολύ γλαφυρά ο άγγλος ιστορικός E.P. Thomson, το ρολόι έγινε μέτρο του όγκου της ανθρώπινης εργασίας μόνο μετά τη γέννηση του καπιταλισμού. Ως τότε, η ακριβής μέτρηση του χρόνου δεν ήταν αναγκαία, αφού δεν υπήρχε συναλλαγή χρόνου μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Η προσπάθεια και των δυο πλευρών να κλέψουν προς όφελός τους έφερε ως διαιτητή το ρολόι, το οποίο από είδος πολυτελείας έγινε είδος πρώτης ανάγκης, προσιτό ακόμη και στους προλετάριους εργάτες της πρώιμης βιομηχανικής κλωστοϋφαντουργίας.

Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης είναι ένα σημείο κλειδί για τη λειτουργία της καπιταλιστικής μηχανής. Στα πρώτα χρόνια του καπιταλισμού η ντικενσιανή εξαθλίωση των εργατών προβληματίζει δυνάμεις της αστικής τάξης που προσπαθούν ν’ αυξήσουν την παραγωγικότητα. Ορισμένοι βλέπουν καθαρά ότι «νηστικό αρκούδι δε χορεύει». Τέτοιες πηγές επικαλείται ο Φρίντριχ Ένγκελς στην Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία. Η διασφάλιση των μίνιμουμ της επιβίωσης (στέγη, τροφή, ένδυση) αποτελεί έκτοτε μέριμνα και της μηχανής του αστικού κράτους, για λόγους τελείως διαφορετικούς από την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων.

Η συσσώρευση της εμπειρίας, η ωρίμανση των εργαζομένων, η συλλογική τους οργάνωση υπό την καθοριστική επίδραση των επαναστατικών ιδεολογιών έδωσε στους εργάτες τη δυνατότητα της επιτυχούς (αν κι αιματοβαμμένης) διεκδίκησης του οκταώρου, της υπερωρίας, της έμμισθης άδειας και άλλων εργατικών κατακτήσεων που συμβολικά ξεκινούν απ’ το Σικάγο του 1886 και, στη χώρα μας τουλάχιστον, συμβολικά λήγουν με την εφαρμογή των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά: η εκβιομηχάνιση του πρωτογενούς τομέα, η μεταφορά του δευτερογενούς τομέα από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ προς την Ασία και τη Λατινική Αμερική, η γιγάντωση του τριτογενούς τομέα στον δυτικό κόσμο, έχει πλέον δώσει άλλη μορφή στην αγορά εργασίας. Στη χώρα μας, πλήθος εργαζόμενων απασχολείται σε χαμηλής έντασης, χαμηλής παραγωγικότητας θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών. Ο ένας απ’ τους δυο ανθρώπινους ρόλους που  παράγει ο σύγχρονος καταμερισμός εργασίας, ο άνθρωπος ως εργαζόμενος παραγωγός, μπαίνει στο περιθώριο και επικρατεί στις αντιλήψεις ο άνθρωπος ως καταναλωτής – η αλλοτρίωση, εξάλλου, φαίνεται πως κάνει μια χαρά τη δουλειά της. Με απλά λόγια, στο σούπερ μάρκετ δεν πας ποτέ μουτρωμένος, εκτός κι αν δουλεύεις εκεί.

Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αγαπητέ πρώην διακοποδανειολήπτη, δεν είναι παράλογο που πέφτεις σε κατάθλιψη φέτος που οι τράπεζες δεν σου κάνουν τη χάρη, όμως η Χελώνα αισθάνεται την υποχρέωση να σου επισημάνει ότι πέφτεις σε πλάνη.
Με τα διακοποδάνεια, οι διακοπές, ένα σημαντικό κομμάτι της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, χαρίζεται με τη συναίνεση του εργαζόμενου/καταναλωτή στον τραπεζίτη υπό τη μορφή του τόκου. Και δεν έχεις τέτοια περιθώρια.

Απ’ την άλλη, αν σήμερα οι τραπεζίτες για δικούς τους λόγους δεν σου δανείζουν πια για να πας διακοπές, αυτό δε σημαίνει πως δεν πρέπει να ασκήσεις το δικαίωμά σου.
Ψάξε τον τρόπο λοιπόν. Αλλά αυτό προϋποθέτει ν’ αλλάξεις συνήθειες.

Η κρίση, τα παιδιά, η Αθήνα, ο δήμαρχος, οι παιδικές χαρές και η Νταίζη

Το καλοκαίρι του 1932 η μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε μετά το κραχ της Γουόλ Στριτ είχε χτυπήσει για τα καλά και την ελληνική κοινωνία. Αποτυπώματα αυτής της κατάστασης βρίσκουμε στον τύπο της εποχής. Το παρακάτω άρθρο, επιφυλλίδα θα το έλεγε κανείς, δημοσιεύτηκε στις 2 Ιουλίου 1932 στην εφημερίδα Ακρόπολις και υπογράφεται από την «Νταίζη». Προφανώς, όπως και σε κάθε εποχή του ελληνικού τύπου ορισμένες σκοπιμότητες κρύβονται πίσω από το δημοσίευμα. Δεν γνωρίζω τίνος ήταν αυτό το ψευδώνυμο και διατηρώ μια επιφύλαξη για το αν αυτό ανήκε σε γυναίκα ή άνδρα συντάκτη, με μάλλον επικρατέστερη εκδοχή τη δεύτερη. Όμως επειδή ολοένα και περισσότερα πράγματα σήμερα αρχίζουν να μοιάζουν με το παρελθόν που περιγράφεται σε αυτό το άρθρο, η Χελώνα αποφάσισε να το αναδημοσιεύσει. Παραλείπεται ο πολυτονισμός και εξομαλύνονται σιωπηρά κάποιες ορθογραφικές ιδιαιτερότητες της εποχής, για να μπερδέψετε ευκολότερα τις εποχές.

ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΚΗΠΟΙ

Το παιδί για ν’ αναπτυχθεί έχει ανάγκη από ήλιο, από θάλασσα, από βουνό. Μέσα στα πτωχικά σπιτάκια, τα ανήλια και μελαγχολικά, που δεν τα φωτίζουν ποτέ οι αχτίνες του ήλιου, το παιδί, το έμψυχο αυτό λουλούδι της φύσεως, μαραίνεται και φθίνει. Την ημέρα σκυμμένο απάνω σε βιβλία και τετράδια, και το βραδάκι κλεισμένο στους τέσσερες τοίχους μιας σκοτεινής καμαρούλας που συγκεντρώνει πολλές φορές όλη την οικογένεια, και που μυρίζει μούχλα, χάνει τα χρώματά του, αδυνατεί, πεθαίνει από μαρασμό. Η τροφή του είναι λιτή και τόσο λίγη! Με την κρίση και την ανεργία γίνεται όλο και χειρότερη. Τι μπορούν να δώσουν οι φτωχοί γονείς στα παιδιά τους άμα δεν υπάρχουν δουλειές, άμα ο πατέρας κάθεται και κλαίει τη μοίρα του στο σπίτι ή περνάει ολόκληρες ώρες στην ταβέρνα ρουφώντας σπίρτο αντί κρασί, που τον μεθάει, και τον κάνει να γυρίζει στο σπίτι του θηρίο ανήμερο; Η γυναίκα του ξενοδούλευε ως τώρα, και με το ημερομίσθιό της πολλές φορές συντηρούσε όλη την οικογένεια. Τώρα οι δουλειές σπανίζουν. Όλοι κάνουν οικονομίες.

Η λέξη «κρίση» είναι της μόδας, και δυστυχώς τη μεταχειρίζονται και κείνοι που έπρεπε να την ξεγράψουν από το λεξιλόγιό τους, γιατί δεν έχει τον τόπο της.

Το ερμάρι στα φτωχόσπιτα είν’ άδειο, και ο έρως πάει περίπατο. Τον διαδέχθηκε η γκρίνια, κόρη της ανεργίας και της αναπαραδιάς. Το φτωχό παιδάκι ακούει διαρκώς φιλονικίες, άσχημα λόγια, κακοτρώει, λαγοκοιμάται, ή πετιέται τρομαγμένο από το αχυροστρωματάκι του, γιατί ξυπνάει απ΄τις βρισιές που ανταλλάσουν οι γονείς του, καμιά φορά και από το ξύλο που πέφτει.

Περισσότερο απ’ όλα τα χρόνια το παιδί του λαού έχει ανάγκη από ύπαιθρο, από νερό, από ήλιο.

Ονειρεύεται τριανταφυλλένια ακρογιάλια και την αμμουδιά που χαϊδεύει το κυματάκι και που θα χτίζει τα σπιτάκια του παίζοντας με άμμο. Ονειροπολείς τις πολύχρωμες πεταλούδες που θα κυνηγάει με τους συντρόφους των παιχνιδιών του, το κρυφτούλι. Όλα όμως τα παιδάκια του λαού δεν μπορούν να πάνε στις ωραίες παιδικές εξοχές της Βούλας.

Ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Μερκούρης έλυσε το πρόβλημα. Οι παιδικοί κήποι είναι ένα κοινωνικό θαύμα και εκτείνεται σε πολλές συνοικίες, χάρις στην επιμονή του και στην ευεργετική και απεριόριστη δράση του.

Χθες βράδυ πήγα στον παιδικό κήπο συνοικίας Αγίου Παντελεήμονος. Ομολογώ πως συγκινήθηκα υπερβολικά, παρακολουθώντας με το βλέμμα μου τα παιδάκια, που παίζανε κρυφτούλι μετά το λουτρό τους. Πηδούσαν σαν τα ζαρκάδια, και τα κορμιά τους έμοιαζαν με μπρούντζινα αγαλματάκια.

Μια μάνα του λαού ευλογούσε τον δήμαρχο μιλώντας με μια συντρόφισσά της. Την πλησίασα για να τη ρωτήσω μερικές λεπτομέρειες.

Ο παιδικός κήπος, μούπε, είναι ένα θαύμα για τα παιδιά μας, Κυρία. Θάταν καταδικασμένα αλλιώς νάναι κλεισμένα σ’ ένα ανήλιο και φτωχικό δωμάτιο, που μυρίζει υγρασία και μούχλα, και θα μαραίνονταν σαν τα λουλούδια που ξηραίνονται χωρίς ήλιο και νερό.

Είχε δίκιο: κοντά στην ανθοστολισμένη χαβούζα, τα παιδάκια του λαού χόρευαν τώρα ένα πρωτότυπο χορό δικό τους, ενώ η μουσική – είχε και μουσική χθες και θάχει εκ περιτροπής στους παιδικούς κήπους – έπαιζε την Ριρίκα και άλλα λαϊκά τραγούδια.

Αφού όλα τα παιδάκια δεν μπορούν να πάνε στην εξοχή, ν’ αναπνέουν θαλάσσιο ή βουνίσιον αέρα, απολαμβάνουν τουλάχιστο το ευεργετικό τους θαλάσσιο λουτρό και μέσα στην μεθυστική ευωδιά των λουλουδιών ζουν ευχάριστες στιγμές, ξεχνούν την κακομοιριά που είναι στο σπίτι τους, τους καβγάδες, τα φαρμακερά λόγια, το ξύλο. Βρίσκονται όλη τη μέρα σ’ έναν άλλο κόσμο ιδανικό και όμορφο και το βράδυ κουρασμένα κοιμούνται έναν ύπνο χωρίς όνειρα, όπως τα μωρά στην κούνια τους. Αυτό το ωραίο όνειρο το χρωστούν τα παιδάκια των Αθηνών στον δήμαρχό τους, τον κ. Μερκούρη.

Η χαμένη αξιοπιστία

σαν σήμερα πριν από δυο χρόνια η εφημερίδα Καθημερινή κυκλοφορούσε με το εξής κύριο άρθρο:

Το μεγάλο τραύμα στην αξιοπιστία της χώρας άρχισε να επουλώνεται. Οι εκθέσεις των ελεγκτών της τρόικας, όπως και οι αναλύσεις των διεθνών οίκων, αποδίδουν εύσημα, εκτιμώντας ότι αυτή τη φορά η Ελλάδα αποφάσισε στα σοβαρά να συμμαζέψει τα του οίκου της.

 

Η οικονομία, όμως, έχει πολύ δρόμο μπροστά της. Απομένουν ακόμη πολλές μεταρρυθμίσεις να θεσμοθετηθούν, ενώ τώρα πρέπει να στηριχθεί η πραγματική οικονομία, για να αρχίσει η χώρα να παράγει. Ετσι μόνο οι θυσίες των πολιτών θα πιάσουν τόπο.

Δυο χρόνια αργότερα, τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει. Για μια στιγμή, όμως. Ίσχυε μήπως και τότε;