Μνημόσυνα

Η Χελώνα ανέκαθεν είχε τη φιλοδοξία ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, γράφοντάς δηλαδή κι όχι διαβάζοντάς την. Την φιλοδοξία αυτή δεν την εκπλήρωσε ποτέ και για την ώρα δεν βλέπει και πολλές πιθανότητες να την εκπληρώσει. Ωστόσο έκανε κάποτε ορισμένες δοκιμές. Ψάχνοντας σήμερα σε κάποιο παλιό backup για κάτι άλλο, βρήκε δυο-τρεις σύντομες τέτοιες προσπάθειες τις οποίες, αν κι έχει μνήμη ελέφαντα κατά τ’ άλλα, τις είχε ξεχάσει. Να όμως που δίνεται η ευκαιρία να τις κοινοποιήσει στο ευάριθμο μα ποιοτικό αναγνωστικό της κοινό. Συμπαθάτε την, για ιστορικούς λόγους δεν έχει αλλάξει ούτε ένα γιώτα.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ

Ο παππούς της κυρ-Αλεξάνδρας, της γειτόνισσας της μάνας μου, είχε πεθάνει τριάντα χρόνια τώρα και η κυρ-Αλεξάνδρα ήταν η μόνη στη γειτονιά που τον θυμόταν ακόμα. Φρόντιζε τις Κυριακές να του ανάβει το καντήλι και στη γιορτή τους του ‘κανε και τρισάγιο, δίνοντας και το κατιτί της στον παπά. Δεν την έπαιρναν και πολύ στα σοβαρά – γριά γυναίκα πια να επιμένει να ανάβει ένα καντηλάκι που ‘σβησε τόσο καιρό πριν και να κουβεντιάζει μάλιστα με τον αμίλητο παππού και τα μυστικά της ζωής· έτσι τουλάχιστον καταλάβαινες όπως την έβλεπες από μακριά να στέκει μπροστά στον τάφο και να χειρονομεί έντονα, εκείνες τις Κυριακές τα μεσημέρια.

Για τον παππού δεν ήξερα πολλά. Μόνο πως ήθελε, λέει, τα καλύτερα για τη φαμίλια του κι ότι πέθανε από καρδιά μια φορά που νόμισε πως έβγαλε το δεκατριάρι στο ΠΡΟ-ΠΟ, την εποχή που η γειτονιά στηνόταν στο ραδιόφωνο για ν’ ακούσει «του Διακογιάννη τη φωνή», Κυριακή μεσημέρι, σ’ ένα μετέωρο κι αιώνιο σημείο του χρόνου, λίγο μετά τη μιζέρια και λίγο πριν το μεγαλείο. Το μεγαλείο συνήθως δεν ερχόταν, κι έτσι οι υπόλοιπες ημέρες περνούσαν με την προσμονή της αιωνιότητας του μεσημεριού της Κυριακής, αυτής της διάβασης από τη γη προς τον παράδεισο.

Άδικα πήγε ο καημένος: είχε το δωδεκάρι σίγουρο και ο Δομάζος δεν του έκανε τη χάρη. Ο Διακογιάννης (μπορεί να ήταν και ο Φώσκολος, δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό) κάτι φώναξε για οριζόντιο δοκάρι, όμως η γειτονιά είχε ήδη πέσει πάνω στον μπαρμπα-Αλέκο και κανείς δεν άκουσε την εξέλιξη της φάσης. Δεν τον προλάβανε, μόνο το σταυρό τους έκαναν, κι η κυρ-Αλεξάνδρα πρόφτασε να του πάρει απ’ τα χείλια τα τελευταία του λόγια και του έκλεισε τα μάτια. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε από τότε πουθενά.

Κι ο μικρός Αλέκος ακόμη, ο συμμαθητής μου, ο γιος της κυρ-Αλεξάνδρας που είχε πάρει – κι αυτός – τ’ όνομα του παππού, δεν ήξερε τίποτα σχετικό, ούτε και τριάντα χρόνια μετά.

Μπορεί βέβαια και να μη μου έλεγε – εν είδει οικογενειακού μυστικού – τι ήταν εκείνο που είπε ο προπάππος του στην εγγονή του και τι ήταν αυτό που μετέφερε η εγγονή στον παππού της κάθε Κυριακή μεσημέρι, ανάβοντάς του το καντήλι.

Αθήνα, 28 Οκτώβρη 2000

Advertisements