Ποιες τράπεζες;

Η Χελώνα διαβάζει στο Capital:

Ανακοινώθηκε και επίσημα η ένταξη του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιώργου Προβόπουλου στο δυναμικό του ομίλου Eurobank.

Ο κ. Προβόπουλος αναλαμβάνει τα καθήκοντα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της θυγατρικής Τράπεζας του ομίλου στη Βουλγαρία, Eurobank Bulgaria AD (Postbank).

Ημερομηνία ανάληψης των νέων καθηκόντων του κ. Γ. Προβόπουλου, έχει ορισθεί η 15η Οκτωβρίου, κατόπιν της αναμενόμενης έγκρισης των εποπτικών αρχών της Βουλγαρίας.

Αλλά βέβαια, γράφει κι η Καθημερινή:

Σχέδιο για την ενοποίηση όλων των θυγατρικών των ελληνικών τραπεζών στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μέχρι το τέλος του 2015, και εν συνεχεία την πώλησή τους το 2016, επεξεργάζεται η Κομισιόν, σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα της «Καθημερινής».

Το σχέδιο περιλαμβάνει ότι οι επιμέρους θυγατρικές ελληνικών τραπεζών σε κάθε χώρα θα πρέπει μέχρι το τέλος του χρόνου να συγχωνευθούν σε μια ενιαία οντότητα. Έτσι, για παράδειγμα, στην αγορά της Ρουμανίας όπου δραστηριοποιούνται και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες –Εθνική, Alpha Bank, Τράπεζα Πειραιώς και Eurobank– θα πρέπει να προχωρήσουν στη δημιουργία μιας νέας κοινής εταιρείας, στην οποία θα εισφέρουν το σύνολο των δραστηριοτήτων τους.

Δημιουργική λογιστική

Για να μη μετρήσουν οι καθυστερούμενες δόσεις στα κόκκινα των τραπεζών, θα πούνε ότι δεν ζήτησαν τις δόσεις…
Για να δούμε τι θα μείνει απ’ τις νυν διοικήσεις των τραπεζών μετά τον επόμενο γύρο «stress tests» και το μάζεμά τους σε ακόμη λιγότερα χέρια εντός των επομένων μηνών.

http://www.capital.gr/story/3056851

Ημερολόγιο του συρμού

glitsesΚεντρική πλατφόρμα Ομόνοιας, ώρα 12.46 μμ: Τη σκάλα κατεβαίνει ένας παππούς τουλάχιστον 80 χρονών, που στηρίζεται με το δεξί χέρι σε μια γκλίτσα καινούργια και γυαλιστερή. Με το αριστερό κρατά ένα δέμα με γκλίτσες εξίσου γυαλιστερές σε διάφορα μήκη. Λευκό στρογγυλό πάνινο καπέλο, παντελόνι υφασμάτινο ανοιχτόχρωμο κι ένα μπλουζάκι μάλλον λευκό. Γαλάζια μάτια και ξασπρισμένο δέρμα, με μια μεγάλη πανάδα στο αριστερό μάγουλο, φυσική φθορά.

Ο συρμός προς Κηφισιά έρχεται. Επιβιβαζόμαστε στο ίδιο βαγόνι, μαζί με μερικούς ακόμη επιβάτες. Τον αφήνω να περάσει μπροστά μου και κάθεται στο βάθος του βαγονιού. Στέκομαι κατά τη συνήθειά μου όρθιος δίπλα στην πόρτα, έχοντας πλάτη στον παππού και βγάζω το κινητό για να ελέγξω τις εξελίξεις στην ψηφιακή μου ζωή την τελευταία ώρα. Απορροφημένος από την εμμονική διαδικασία, χάνω την έναρξη της συζήτησης και μου τραβά την προσοχή μόνο μια γυναικεία φωνή πίσω μου, καθισμένη κι αυτή, που λέει: «Εσύ, παππού, δηλαδή, τι κόμμα λες να ψηφίσουμε;».

Ο παππούς κάπως τα μασάει, προσπαθεί να αποφύγει την τοποθέτηση, αλλά υποχωρεί τελικά στην επιμονή της σχεδόν πενηντάρας συνομιλήτριάς του λέγοντας «Δεξιά βέβαια πρέπει να ψηφίσουμε». Η πενηντάρα εξανίσταται: «Αμ βέβαια, τέτοιος ήσουν, σε κατάλαβα απ’ την αρχή, και κάθεσαι και μιλάς, ενώ εμένα ο πατέρας μου είχε πάει και φυλακή, που εσύ δεν τόλμησες. ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ψηφίσουμε». Έχει φτάσει στον προορισμό της, όμως, σηκώνεται ορμητικά κι έρχεται προς την πόρτα. Για μια στιγμή στέκεται μπροστά μου περιμένοντας ν’ ανοίξει και της πετάω «Πρέπει να τον κλειδώσουμε αυτόν σπίτι του. Αν και βέβαια είναι πολλοί αυτοί που πρέπει να κλειδώσουμε σπίτια τους τη μέρα των εκλογών». «Τι να τον κάνω που θα μπορούσε να είναι πατέρας μου», μου λέει, γελάει κάπως πικρά και βγαίνει.

Ο παππούς έχει σηκωθεί τώρα όρθιος, έχει ακουμπήσει το δέμα με τις γκλίτσες και στέκεται δίπλα μου. Τον πνίγει το δίκιο, είναι προφανές. Χτυπώντας τη γκλίτσα στο δάπεδο μιλάει πια σε όλο το βαγόνι, που χασκογελά κυρίως: «Δεν το έχετε καταλάβει, στην Ελλάδα μόνο η δεξιά μπορεί να κάνει Κράτος. Τι θέλετε τώρα, να ψηφίσετε πάλι αριστερά να το διαλύσουν οι απέξω; Αυτά έκανε η αριστερά και παλιά και είδατε τι έγινε».

Το βαγόνι γελάει, ενώ μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μαυροντυμένη, τα γκρίζα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά στο κεφάλι σε κότσο, με ασημένιο σταυρό στο λαιμό και ένα μενταγιόν με το όνομα «Θανάσης» γραμμένο σε σύρμα σηκώνεται φουριόζα απ’ το κάθισμά της για να επιτεθεί κι εκείνη στον παππού: «Τι βλάκας που είσαι, θα πας να ψηφίσεις αυτούς που σ’ έκαναν να πεινάς, αλλά καλά να πάθεις».

Ο παππούς στέκεται ακόμη δίπλα μου κι αρχίζει να φωνάζει μάλλον ακατάληπτα στη μαυροντυμένη που ανεβάζει στροφές. Προσπαθώ να τον καλμάρω:
-Τις γκλίτσες συλλογή τις κάνεις ή τις πουλάς;
-Τι;
-Τις γκλίτσες συλλογή τις κάνεις ή τις πουλάς;
-Τις πουλάω.

«Χα!», κάνει η μαυροντυμένη σχεδόν μέσα στο αφτί του παππού. Συνεχίζω:

-Και λες να ψηφίσουμε δεξιά;
-Αφού μόνο με τη δεξιά θ’ αφήσουν οι απέξω να κάνουμε Κράτος.
-Και ποιο κόμμα λες να ψηφίσουμε;
-Όποιο θέλεις, να είναι δεξιό. Άκου με που σου λέω, είμαι γέρος και ξέρω. Εσείς δεν καταλαβαίνετε και θέλετε την αριστερά και θα τα διαλύσει όλα.
-Δηλαδή ο Σαμαράς τα έκανε όλα καλά και δε διέλυσε τίποτα;
-Ε, δεν τα έκανε σαν αυτόν τώρα.
-Εντάξει, δίκιο έχεις, μόνο με τη δεξιά θα μας αφήσουν. Αλλά ποιο κόμμα να ψηφίσω;
-Όποιο θέλεις, να είναι δεξιό.
-Ναι, αλλά ποιο; Τον Μεϊμαράκη πρέπει να ψηφίσουμε;
-Όποιο θέλεις, να είναι δεξιό.
-Να ψηφίσω Καμμένο, που πήγε με το ΣΥΡΙΖΑ;
-Όχι Καμμένο!
-Τότε τι να ψηφίσω, δε μείνανε και πολλά ή Μεϊμαράκη μου λες να ψηφίσω ή Χρυσή Αυγή.

Δεν απαντά συγκεκριμένα. Η μαυροντυμένη εξηντάρα συνεχίζει το μονότερμα: «Μα εσύ θα πας και θα ψηφίσεις αυτούς που σε έκαναν να πεινάς!». Ένας κάπως γλοιώδης καλοντυμένος τύπος με την «Καθημερινή» διπλωμένη κάτω απ’ τη μασχάλη τη ρωτάει, ενώ ταυτόχρονα σηκώνει το κινητό του για να την τραβήξει βίντεο: «Δηλαδή με το ΣΥΡΙΖΑ φάγαμε ψωμί;». «Ναι, με τον Τσίπρα φάγαμε λίγο ψωμάκι και πάλι Τσίπρα πρέπει να ψηφίσουμε» και συνεχίζει με μάλλον παραληρηματικό τρόπο – τα ίδια θα έλεγε μάλλον κάποτε και για τον Παπανδρέου. Ρωτάει και τον παππού: «Από πού είσαι;». «Από την Καρδίτσα».

Διασχίζω τα λίγα μέτρα που με χωρίζουν απ’ τον γλοιώδη, κατεβάζω με το χέρι μου το κινητό του και του λέω:
-Σταμάτα να τραβάς βίντεο.
-Γιατί; Τι σε νοιάζει εσένα;
-Είμαι κι εγώ μέσα και δε θέλω να με τραβάς.
-Δεν είσαι μέσα.
-Είμαι. Τι θέλεις να τραβήξεις; Βλέπεις κανένα θέαμα;
-Ναι, θέαμα είναι.
-Κλείσ’ το.
-Τι θέλεις εσύ ο νεαρούλης; Λες να θέλω να τραβήξω εσένα; Γιατί; Μήπως γιατί είσαι ομορφούλης;
-Κλείσ’ το και τελείωνε. Δεν τους σέβεσαι.

Νιώθω μ’ έκπληξη το χέρι της εξηντάρας να τραβάει το χέρι μου μακριά απ’ τον γλοιώδη. Μένουμε μύτη με μύτη.

Σε λίγα λεπτά συμπυκνωμένο όλο το νεοελληνικό πρόβλημα: γνήσια εθελοδουλία, ναΐφ πατριωτισμός, νόθα αστικοποίηση, λαϊκή δρομίσια αντιπαράθεση χωρίς θεμελιωμένα επιχειρήματα, τάσεις εξιδανίκευσης και ο πανταχού παρών μεσαίος και πάνω θεατής, έτοιμος να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες, να τρίβει τα χέρια του για τη σύγχυση. Να κατέβει κανείς απ’ το τρένο, να μείνει ως το τέρμα; Ή μήπως να στρώσεις τις δικές σου ράγες και να μάθεις να οδηγείς;

«Επόμενη στάση: Περισσός». Η πόρτα ανοίγει. Βγαίνω έξω. Η ανάσα μου κόβεται από τη ζέστη.

Ηλία, ρίχτο

 

Στο μεταξύ, σ’ έναν άλλο χωροχρόνο, η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ιδέας παίρνει σχήμα και μορφή σ’ ένα γερμανικό τηλεοπτικό στούντιο. Αν σκεφτεί κανείς τη συγκριτικά μειονεκτική θέση του ευρωπαϊκού βιομηχανικού κυρίως κεφαλαίου σε σχέση με ανάλογα συμφέροντα στην Ασία, το περιστατικό της ευαίσθητης καγκελαρίου που τιμωρεί κατά τον χειρότερο τρόπο, συγκαταβατικά, ένα 14χρονο παιδί που έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να ενταχθεί στο στρεβλό ευρωπαϊκό όνειρο, μάς δείχνει πόσο στενό είναι το κυρίαρχο ευρωπαϊκό βλέμμα. Ποια από τις δυο είναι πιο ξένη;

http://www.theguardian.com/world/2015/jul/16/angela-merkel-comforts-teenage-palestinian-asylum-seeker-germany

(για να το ελαφρύνουμε λίγο, το βίντεο θα μπορούσε να είναι και επεισόδιο από τη σύνοδο κορυφής του eurogroup της περασμένης Κυριακής)

Λαφαζανιές

panaritiΛαφαζανιές δηλαδή.

Ποιος είπαμε ότι ανακαλεί ποιον;

Όταν η μύτη σου τρέχει και τα πόδια σου μυρίζουν, μάλλον στέκεσαι ανάποδα…

i-elpida-erxetai--to-prwto-tileoptiko-spot-tou-suriza.w_hrΗ αποψινή ανακοίνωση της πολιτικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός που δε λέει τίποτα, λέει κάτι ενδιαφέρον:

Οι κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης είναι και κόκκινες γραμμές του ελληνικού λαού, εκφράζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων, των αυτοαπασχολούμενων, των συνταξιούχων, των αγροτών και της νεολαίας. Εκφράζουν την ανάγκη της χώρας να μπει σε ένα νέο δρόμο ανάπτυξης, με πυρήνα της την κοινωνική δικαιοσύνη και την αναδιανομή του πλούτου.

Όπα, μάγκες, εξηγηθείτε, ακόμη και μέσα σ’ αυτό τον τραγέλαφο: ποιος τράβηξε πρώτος τις κόκκινες γραμμές;

Το «Κόκκινο» δικαίωμα στα διαφημιστικά έσοδα

Cashier

Διαβάζουμε σ’ ένα παραπονιάρικο άρθρο που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ραδιοφωνικού σταθμού του ΣΥΡΙΖΑ «Στο Κόκκινο 105,5» και αφορά την υπέρτερη θέση του σταθμού στη λίστα των ακροαματικοτήτων σε σχέση με τη θέση του στη λίστα της κατανομής της διαφημιστικής δαπάνης:

Ο δείκτης που προκύπτει από τον αριθμό των ακροατών και το χρόνο ακρόασης θα έπρεπε να είναι και το αντικειμενικό κριτήριο με βάση το οποίο θα κατανέμεται η διαφήμιση:

Όσο πιο απλωμένο είναι το κοινό μέσα στο ραδιοφωνικό χρόνο τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να ακούσει κάποιος ένα διαφημιστικό μήνυμα. Αν ίσχυε αυτή η αντικειμενική κατανομή, το ΚΟΚΚΙΝΟ θα έπρεπε να παίρνει το 3,1% της διαφημιστικής δαπάνης κι αυτό θα το καθιστούσε βιώσιμο και κερδοφόρο. Ας έπαιρνε το 2,5%, το 2%, το 1,5% και όχι το 0,6% που παίρνει σήμερα, με χίλιους κόπους και βάσανα. Το ΚΟΚΚΙΝΟ παίρνει το 20% της διαφήμισης που δικαιούται και τούτο, σε απλά μαθηματικά, σημαίνει ότι κάποιος άλλος παίρνει το 80% που δεν δικαιούται.

Η γενικευμένη «αριστερή» σύγχυση του ΣΥΡΙΖΑ δε θα μπορούσε παρά να εκφράζεται και σ’ αυτό το πεδίο.

Η διαφήμιση αποτελεί το κύριο έσοδο των περισσότερων μέσων ενημέρωσης. Για τις εφημερίδες και τα περιοδικά, η διαφήμιση είναι ο κύριος λόγος της απαξίωσής τους στα μάτια του αναγνωστικού κοινού. Όταν η ιδέα δεν είναι να πουλάς ειδήσεις στους αναγνώστες, αλλά αναγνωστικό κοινό στους διαφημιζόμενους, αρχίζει και μειώνεται το ενδιαφέρον για την παραγωγή της είδησης και αμφισβητείται η εγκυρότητα του περιεχομένου της. Αυτό παρασέρνει εργαζόμενους δημοσιογράφους, τεχνικούς κλπ., όπως έχουμε δει πολύ καλά τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Είναι γεγονός ότι για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα, καθώς δεν υφίσταται άμεσος τρόπος αγοράς του προϊόντος εκ μέρους του αναγνωστικού κοινού. Αυτό οδηγεί τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς στο διπλό παιχνίδι της διεκδίκησης κομματιού της πίτας των διαφημιζόμενων, της πίτας που καθορίζει, λίγο-πολύ, ποιος μπορεί και ποιος δε μπορεί να συνεχίσει να εκπέμπει.

Ε, λοιπόν, όσο κι αν είναι κατανοητά τα αδιέξοδα που έχει ακόμη κι ένας κομματικός σταθμός όπως το «Κόκκινο» (που σημαίνει ότι έχει κάποια πρόσβαση και στην κρατική χρηματοδότηση του ΣΥΡΙΖΑ), η συζήτηση περί «δικαιώματος στη διαφήμιση», περί «δίκαιης κατανομής» της διαφημιστικής πίτας με «αντικειμενικά κριτήρια» δεν είναι απλώς ανεδαφική, είναι και ύποπτη σε σχέση με τις προθέσεις του σταθμού. Τι ζητάει δηλαδή ο σταθμός (αν δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι το άρθρο εκφράζει την άποψη της διεύθυνσης του σταθμού ή της αρχισυνταξίας του); Να χρηματοδοτείται από τράπεζες, εισαγωγείς αυτοκινήτων και φαρμακοβιομηχανίες; Για να έχει το δικαίωμα το κοινό του σταθμού ν’ ακούει χρήσιμα διαφημιστικά μηνύματα;

Να τους χαίρεται το κοινό τους, λοιπόν. Κάτι τέτοια βλέπει ο κόσμος και προκύπτουν κινήσεις σαν την (άκομψη, είναι αλήθεια) κατάληψη του σταθμού πριν λίγες ημέρες από αλληλέγγυους στους αγωνιστές κρατούμενους απεργούς πείνας…