Προβοκατόρικες ερωτήσεις και προβοκατόρικες απαντήσεις

Από μικρή συνέντευξη του Ντέιβιντ Χάρβεϊ στο Times Higher Education:

Έχετε περιγράψει το Δεκαεπτά Αντιφάσεις και το Τέλος του Καπιταλισμού ως το πιο επικίνδυνο βιβλίο που έχετε γράψει. Αν τα βιβλία έχουν ακόμη τη δύναμη να είναι επικίνδυνα, γιατί το κάψιμο ή η απαγόρευσή τους είναι ακόμη μια σχετικά σπάνια τακτική των κυβερνήσεων ή άλλων αρχών;

Δεν πάει και πολύς καιρός από τότε που το να έχεις ένα βιβλίο του Μαρξ στη βιβλιοθήκη σου μπορεί να οδηγούσε στην «εξαφάνισή» σου σε πολλές λατινοαμερικάνικες δικτατορίες και κατασχέσεις «επικίνδυνων κειμένων» συμβαίνουν καθημερινά σε πολλά μέρη του κόσμου. Στη δική μας γωνιά της γης αυτό δε συμβαίνει διότι υφίστανται άλλα λιγότερο σκληρά μέσα λογοκρισίας και ιδεολογικού ελέγχου για να κρατούν τα επικίνδυνα βιβλία «στη θέση τους» και να περιορίζουν την επιρροή των αισθημάτων τα οποία αυτά εκφράζουν και μεταδίδουν. Στο μεταξύ, οι δυνάμεις που καθιστούν επαγγελματική την αυτολογοκρισία είναι επίσης αποτελεσματικές στον περιορισμό του σχηματισμού και της επίδρασης των επικίνδυνων ιδεών.

Advertisements

Ημερολόγιο του συρμού

glitsesΚεντρική πλατφόρμα Ομόνοιας, ώρα 12.46 μμ: Τη σκάλα κατεβαίνει ένας παππούς τουλάχιστον 80 χρονών, που στηρίζεται με το δεξί χέρι σε μια γκλίτσα καινούργια και γυαλιστερή. Με το αριστερό κρατά ένα δέμα με γκλίτσες εξίσου γυαλιστερές σε διάφορα μήκη. Λευκό στρογγυλό πάνινο καπέλο, παντελόνι υφασμάτινο ανοιχτόχρωμο κι ένα μπλουζάκι μάλλον λευκό. Γαλάζια μάτια και ξασπρισμένο δέρμα, με μια μεγάλη πανάδα στο αριστερό μάγουλο, φυσική φθορά.

Ο συρμός προς Κηφισιά έρχεται. Επιβιβαζόμαστε στο ίδιο βαγόνι, μαζί με μερικούς ακόμη επιβάτες. Τον αφήνω να περάσει μπροστά μου και κάθεται στο βάθος του βαγονιού. Στέκομαι κατά τη συνήθειά μου όρθιος δίπλα στην πόρτα, έχοντας πλάτη στον παππού και βγάζω το κινητό για να ελέγξω τις εξελίξεις στην ψηφιακή μου ζωή την τελευταία ώρα. Απορροφημένος από την εμμονική διαδικασία, χάνω την έναρξη της συζήτησης και μου τραβά την προσοχή μόνο μια γυναικεία φωνή πίσω μου, καθισμένη κι αυτή, που λέει: «Εσύ, παππού, δηλαδή, τι κόμμα λες να ψηφίσουμε;».

Ο παππούς κάπως τα μασάει, προσπαθεί να αποφύγει την τοποθέτηση, αλλά υποχωρεί τελικά στην επιμονή της σχεδόν πενηντάρας συνομιλήτριάς του λέγοντας «Δεξιά βέβαια πρέπει να ψηφίσουμε». Η πενηντάρα εξανίσταται: «Αμ βέβαια, τέτοιος ήσουν, σε κατάλαβα απ’ την αρχή, και κάθεσαι και μιλάς, ενώ εμένα ο πατέρας μου είχε πάει και φυλακή, που εσύ δεν τόλμησες. ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ψηφίσουμε». Έχει φτάσει στον προορισμό της, όμως, σηκώνεται ορμητικά κι έρχεται προς την πόρτα. Για μια στιγμή στέκεται μπροστά μου περιμένοντας ν’ ανοίξει και της πετάω «Πρέπει να τον κλειδώσουμε αυτόν σπίτι του. Αν και βέβαια είναι πολλοί αυτοί που πρέπει να κλειδώσουμε σπίτια τους τη μέρα των εκλογών». «Τι να τον κάνω που θα μπορούσε να είναι πατέρας μου», μου λέει, γελάει κάπως πικρά και βγαίνει.

Ο παππούς έχει σηκωθεί τώρα όρθιος, έχει ακουμπήσει το δέμα με τις γκλίτσες και στέκεται δίπλα μου. Τον πνίγει το δίκιο, είναι προφανές. Χτυπώντας τη γκλίτσα στο δάπεδο μιλάει πια σε όλο το βαγόνι, που χασκογελά κυρίως: «Δεν το έχετε καταλάβει, στην Ελλάδα μόνο η δεξιά μπορεί να κάνει Κράτος. Τι θέλετε τώρα, να ψηφίσετε πάλι αριστερά να το διαλύσουν οι απέξω; Αυτά έκανε η αριστερά και παλιά και είδατε τι έγινε».

Το βαγόνι γελάει, ενώ μια γυναίκα γύρω στα εξήντα, μαυροντυμένη, τα γκρίζα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά στο κεφάλι σε κότσο, με ασημένιο σταυρό στο λαιμό και ένα μενταγιόν με το όνομα «Θανάσης» γραμμένο σε σύρμα σηκώνεται φουριόζα απ’ το κάθισμά της για να επιτεθεί κι εκείνη στον παππού: «Τι βλάκας που είσαι, θα πας να ψηφίσεις αυτούς που σ’ έκαναν να πεινάς, αλλά καλά να πάθεις».

Ο παππούς στέκεται ακόμη δίπλα μου κι αρχίζει να φωνάζει μάλλον ακατάληπτα στη μαυροντυμένη που ανεβάζει στροφές. Προσπαθώ να τον καλμάρω:
-Τις γκλίτσες συλλογή τις κάνεις ή τις πουλάς;
-Τι;
-Τις γκλίτσες συλλογή τις κάνεις ή τις πουλάς;
-Τις πουλάω.

«Χα!», κάνει η μαυροντυμένη σχεδόν μέσα στο αφτί του παππού. Συνεχίζω:

-Και λες να ψηφίσουμε δεξιά;
-Αφού μόνο με τη δεξιά θ’ αφήσουν οι απέξω να κάνουμε Κράτος.
-Και ποιο κόμμα λες να ψηφίσουμε;
-Όποιο θέλεις, να είναι δεξιό. Άκου με που σου λέω, είμαι γέρος και ξέρω. Εσείς δεν καταλαβαίνετε και θέλετε την αριστερά και θα τα διαλύσει όλα.
-Δηλαδή ο Σαμαράς τα έκανε όλα καλά και δε διέλυσε τίποτα;
-Ε, δεν τα έκανε σαν αυτόν τώρα.
-Εντάξει, δίκιο έχεις, μόνο με τη δεξιά θα μας αφήσουν. Αλλά ποιο κόμμα να ψηφίσω;
-Όποιο θέλεις, να είναι δεξιό.
-Ναι, αλλά ποιο; Τον Μεϊμαράκη πρέπει να ψηφίσουμε;
-Όποιο θέλεις, να είναι δεξιό.
-Να ψηφίσω Καμμένο, που πήγε με το ΣΥΡΙΖΑ;
-Όχι Καμμένο!
-Τότε τι να ψηφίσω, δε μείνανε και πολλά ή Μεϊμαράκη μου λες να ψηφίσω ή Χρυσή Αυγή.

Δεν απαντά συγκεκριμένα. Η μαυροντυμένη εξηντάρα συνεχίζει το μονότερμα: «Μα εσύ θα πας και θα ψηφίσεις αυτούς που σε έκαναν να πεινάς!». Ένας κάπως γλοιώδης καλοντυμένος τύπος με την «Καθημερινή» διπλωμένη κάτω απ’ τη μασχάλη τη ρωτάει, ενώ ταυτόχρονα σηκώνει το κινητό του για να την τραβήξει βίντεο: «Δηλαδή με το ΣΥΡΙΖΑ φάγαμε ψωμί;». «Ναι, με τον Τσίπρα φάγαμε λίγο ψωμάκι και πάλι Τσίπρα πρέπει να ψηφίσουμε» και συνεχίζει με μάλλον παραληρηματικό τρόπο – τα ίδια θα έλεγε μάλλον κάποτε και για τον Παπανδρέου. Ρωτάει και τον παππού: «Από πού είσαι;». «Από την Καρδίτσα».

Διασχίζω τα λίγα μέτρα που με χωρίζουν απ’ τον γλοιώδη, κατεβάζω με το χέρι μου το κινητό του και του λέω:
-Σταμάτα να τραβάς βίντεο.
-Γιατί; Τι σε νοιάζει εσένα;
-Είμαι κι εγώ μέσα και δε θέλω να με τραβάς.
-Δεν είσαι μέσα.
-Είμαι. Τι θέλεις να τραβήξεις; Βλέπεις κανένα θέαμα;
-Ναι, θέαμα είναι.
-Κλείσ’ το.
-Τι θέλεις εσύ ο νεαρούλης; Λες να θέλω να τραβήξω εσένα; Γιατί; Μήπως γιατί είσαι ομορφούλης;
-Κλείσ’ το και τελείωνε. Δεν τους σέβεσαι.

Νιώθω μ’ έκπληξη το χέρι της εξηντάρας να τραβάει το χέρι μου μακριά απ’ τον γλοιώδη. Μένουμε μύτη με μύτη.

Σε λίγα λεπτά συμπυκνωμένο όλο το νεοελληνικό πρόβλημα: γνήσια εθελοδουλία, ναΐφ πατριωτισμός, νόθα αστικοποίηση, λαϊκή δρομίσια αντιπαράθεση χωρίς θεμελιωμένα επιχειρήματα, τάσεις εξιδανίκευσης και ο πανταχού παρών μεσαίος και πάνω θεατής, έτοιμος να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες, να τρίβει τα χέρια του για τη σύγχυση. Να κατέβει κανείς απ’ το τρένο, να μείνει ως το τέρμα; Ή μήπως να στρώσεις τις δικές σου ράγες και να μάθεις να οδηγείς;

«Επόμενη στάση: Περισσός». Η πόρτα ανοίγει. Βγαίνω έξω. Η ανάσα μου κόβεται από τη ζέστη.

Ηλία, ρίχτο

 

Στο μεταξύ, σ’ έναν άλλο χωροχρόνο, η κατάρρευση της ευρωπαϊκής ιδέας παίρνει σχήμα και μορφή σ’ ένα γερμανικό τηλεοπτικό στούντιο. Αν σκεφτεί κανείς τη συγκριτικά μειονεκτική θέση του ευρωπαϊκού βιομηχανικού κυρίως κεφαλαίου σε σχέση με ανάλογα συμφέροντα στην Ασία, το περιστατικό της ευαίσθητης καγκελαρίου που τιμωρεί κατά τον χειρότερο τρόπο, συγκαταβατικά, ένα 14χρονο παιδί που έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να ενταχθεί στο στρεβλό ευρωπαϊκό όνειρο, μάς δείχνει πόσο στενό είναι το κυρίαρχο ευρωπαϊκό βλέμμα. Ποια από τις δυο είναι πιο ξένη;

http://www.theguardian.com/world/2015/jul/16/angela-merkel-comforts-teenage-palestinian-asylum-seeker-germany

(για να το ελαφρύνουμε λίγο, το βίντεο θα μπορούσε να είναι και επεισόδιο από τη σύνοδο κορυφής του eurogroup της περασμένης Κυριακής)

70 χρόνια μετά

Πριν 70 χρόνια, στο Βερολίνο γραφόταν η τελευταία πράξη του β’ παγκοσμίου πολέμου επί ευρωπαϊκού εδάφους – μιλάω φυσικά για την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, που σήμαινε και το θάνατο του χιτλερικού καθεστώτος ως τέτοιου. Για την πορεία των πραγμάτων έκτοτε πολλά μπορεί να πει κανείς. Όμως σε ποιο περιβάλλον κλήθηκαν να ζήσουν οι Βερολινέζοι εκείνες τις ημέρες; Το παρακάτω βίντεο δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα.

Η ψευδογλώσσα των τραπεζών (Bankspeak)

Τι μπορεί να μας πει η ποσοτική γλωσσολογική ανάλυση για τις δραστηριότητες και τους στόχους των διεθνών χρηματοοικονομικών θεσμών; Σε πρώτη ματιά, οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πιο συχνά στις Ετήσιες Αναφορές της Παγκόσμιας Τράπεζας δίνουν μια εντύπωση αδιάρρηκτης συνέχειας. Επτά λέξεις είναι κοντά στην κορυφή σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή: τρία ουσιαστικά –τράπεζα, δάνειο, ανάπτυξη– και τέσσερα επίθετα: δημοσιονομικός, οικονομικός, χρηματοοικονομικός, ιδιωτικός. Η επτάδα συμπληρώνεται από λίγα ακόμη ουσιαστικά: ΔΤΑΑ [Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης], χώρες, επένδυση, τόκος, πρόγραμμα, πρότζεκτ, βοήθεια και -λιγότερο συχνά- δανεισμός, αύξηση, κόστος, χρέος, εμπόριο, τιμές. Υπάρχει και μια δεύτερη ομάδα λιγότερο έντονων επιθέτων –άλλος, νέος, τέτοιος, καθαρός, πρώτος, επιπλέον, γενικός– συν το γεωργικός, που εν μέρει αντικαθίσταται από τη δεκαετία του 1990 με το αγροτικός. Το μήνυμα είναι σαφές: η Παγκόσμια Τράπεζα δανείζει χρήματα με σκοπό τη διέγερση της ανάπτυξης, κυρίως στον αγροτικό νότο, και γι’ αυτό ασχολείται με δάνεια, επενδύσεις και χρέη. Εφαρμόζει προγράμματα και πρότζεκτ και θεωρεί το εμπόριο ζήτημα κλειδί για την οικονομική ανάπτυξη. Καθώς ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη, η Τράπεζα ασχολείται με κάθε είδος οικονομικών, χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών ζητημάτων και είναι σε επαφή με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Όλα είναι απλά και εντελώς ξεκάθαρα.

Κι όμως, πίσω απ’ αυτό το προσωπείο της ομοιομορφίας, έχει επιτελεστεί μια τεράστια μεταμόρφωση. Έτσι περιέγραφε η Αναφορά της Τράπεζας τον κόσμο το 1958:

Το υπάρχον σύστημα μεταφορών του Κονγκό είναι προσανατολισμένο κυρίως στο εξαγωγικό εμπόριο και βασίζεται σε μεταφορές σε ποτάμια και σιδηροδρόμους που οδηγούν από λιμάνια σε ποτάμια προς περιοχές που παράγουν ορυκτά και γεωργικά εμπορεύματα. Οι περισσότεροι δρόμοι είναι ακτινωτοί σε μικρές αποστάσεις από τις πόλεις, παρέχοντας επικοινωνίες μεταξύ αγροκτημάτων και αγορών. Τα τελευταία χρόνια η κίνηση στους δρόμους έχει αυξηθεί ραγδαία με την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και την βελτίωση των γεωργικών μεθόδων.

Κι αυτή είναι η Αναφορά μισό αιώνα αργότερα, το 2008:

Εξισώνοντας το πεδίο σε παγκόσμια ζητήματα

Οι χώρες της περιοχής αναδύονται ως κομβικοί παίκτες σε ζητήματα παγκοσμίου ενδιαφέροντος και ρόλος της Τράπεζας είναι να υποστηρίζει τις προσπάθειές τους συνεργαζόμενη μέσω καινοτόμων πλατφορμών για έναν διαφωτισμένο διάλογο και πράξη στο πεδίο, καθώς και υποστηρίζοντας τη συνεργασία Νότου-Νότου.

Πρόκειται για μιαν άλλη γλώσσα, τόσο σημασιολογικά όσο και γραμματικά. Η κεντρική ασυνέχεια, όπως θα δούμε, τοποθετείται κυρίως μεταξύ των τριών πρώτων δεκαετιών και των τελευταίων δύο, στις αρχές του ’90, όταν το στιλ των Αναφορών γίνεται πιο κωδικοποιημένο, αυτοαναφορικό και αποσπασμένο από την καθημερινή γλώσσα.

Ολόκληρη η μελέτη στα αγγλικά: NLR32604

FRANCO MORETTI & DOMINIQUE PESTRE, «BANKSPEAK. The Language of World Bank Reports«, New Left Review, 92, March-April 2015

Διασταλτικές ερμηνείες για αριστερόχειρες κι αριστερόκαρδους

Ομολογώ ότι πάντοτε μ’ άρεσαν οι βιβλικές αναφορές, οι ευαγγελικές περικοπές κλπ., ίσως ακριβώς επειδή κατά τ’ άλλα δεν έχω καμιά εμπιστοσύνη και κανένα ενδιαφέρον (ή μάλλον έχω αρνητικό ενδιαφέρον) για το εκκλησιαστικό κατεστημένο παγκοσμίως και το ελληνοχριστιανικό ειδικότερα.

Ψάχνοντας να βρω την ακριβή διατύπωση εκείνου του κλασικού με την αριστερή και τη δεξιά χείραν που δεν ξέρει μια τι κάνει η άλλη, έπεσα σε μια ενδιαφέρουσα ποιμαντική συμβουλή ενός αγίου ανθρώπου σε ένα κατά τ’ άλλα ευσεβές ιστολόγιο που δεν παρακολουθώ τακτικά.

Ας εξηγηθώ: Λέει το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον» (ΣΤ’ 1-4):

1 Προσέχετε [δὲ] τὴν δικαιοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 2 Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 3 σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου, 4 ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ [αὐτὸς] ἀποδώσει σοι.

Εν ολίγοις, για όσους δε μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν τη γλώσσα αυτή, μην χρησιμοποιείς την ελεημοσύνη για να δοξάσεις τον εαυτό σου.

Ή κάτι τέτοιο, καταλαβαίνεις εσύ κι εγώ, αναγνώστη, γιατί ο πολυγραφότατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος έχει άλλη άποψη, σύμφωνα τουλάχιστον με το ιστολόγιο «Άπαντα Ορθοδοξίας«:

Σε πολλά χωρία της Αγίας Γραφής γίνεται λόγος για την δεξιά και αριστερά χείρα του ανθρώπου. Η δεξιά χείρα είναι η καρδιά, η αριστερά είναι η λογική. Ο λογισμός της κενοδοξίας (η αριστερά χειρ) εκδιώκει την Χάρη από την καρδιά (δεξιά χειρ), δηλαδή η αριστερά (λογική) επιδιώκει να αναλύση την γνώση του Θεού που βιώνει η καρδιά, ιδίως προσπαθεί να την διατυπώση για να βοηθήση τους εξομολογουμένους, αλλά τότε χάνεται για πολύ διάστημα το Φως. Γι’ αυτό είπε ο Χριστός: “Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου” (Ματθ. στ’, 3).

Τι ωραία στρέβλωση! Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μου άνοιξε η όρεξη να διαβάσω αυτό.

Για την καινούργια σχολική χρονιά

Τα παιδιά επιστρέφουν στις σχολικές αίθουσες, στα σφαγεία της επιθυμίας, στον Προκρούστη του πόθου και το γραφείο τύπου της μαθητικής οργάνωσης της πολιτικής νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος της Νέας Δημοκρατίας εκδίδει την εξής ανακοίνωση:

Χτύπησε σήμερα σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας, το πρώτο κουδούνι για τη σχολική χρονιά 2014- 2015. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η σχολική χρονιά ξεκινάει χωρίς ελλείψεις, τόσο σε καθηγητές και εκπαιδευτικό προσωπικό, όσο και σε βιβλία και υλικοτεχνική υποδομή.

Σε μία εποχή που η Πρωτοβάθμια και η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, η διατήρηση της παρεχόμενης γνώσης προς τους μαθητές σε υψηλά επίπεδα αποτελεί στοίχημα, ώστε τα απολυτήρια της Βασικής Παιδείας να έχουν τόσο πρακτική αξία, όσο και ουσιαστική.

Ευχόμαστε η σχολική χρονιά να κυλήσει και να ολοκληρωθεί όπως ξεκίνησε, χωρίς προβλήματα και με το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων σε ετοιμότητα, να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύψει, θέτοντας σε προτεραιότητα πέρα και πάνω από όλα, την ομαλότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Μαδάω τη μαργαρίτα: Να τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω, να τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω, να τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω.