Κι ακόμη πιστεύω πως δε γίνεται να σωθώ

Το 1995 οι The Smashing Pumpkins κυκλοφορούσαν το «Mellon Collie and the Infinite Sadness», μάλλον το opus magnum τους. Ανάμεσα στα πολλά ωραία τραγούδια που μας κέρδισαν τότε (να είναι καλά ο Ρόδον FM με σταθμάρχη τον Μάκη Μηλάτο και εξαιρετικούς παραγωγούς – μια άλλη φορά θα τα πούμε για τα ραδιόφωνα) και το «Bullet with butterfly wings». Το τραγούδι αναφέρεται στην αντιφατική κατάσταση που βιώνουν οι χρυσοπληρωμένοι ροκ σταρ. Ο Μπίλι Κόργκαν μιλά για την αδύνατη ισορροπία μεταξύ τέχνης και εμπορίου. Στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού, η μεταφορά πηγαίνει παραπέρα: ένα σκηνικό βγαλμένο απ’ τα επιφανειακά ορυχεία της Σέρα Πελάδα που μας γνώρισε το μάτι του φωτογράφου Σεμπαστιάο Σαλγάδο, ό,τι χειρότερο μπορεί να σκεφτεί κανείς για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι άνθρωποι παλεύουν για τον επιούσιο – «and I still believe I cannot be saved».

Advertisements

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1893 ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Το 1980, οι Ολλανδοί Mecano μελοποίησαν τούτο το άτιτλο ποίημα του Μαγιακόφσκι, φτιάχνοντας έναν θρύλο:

Πολιτισμός και χρηματισμός

Γράφει μεταξύ άλλων το «Βήμα«, μ’ αφορμή το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών:

«Ολα ξεκινούν από την παντελή αδιαφορία του κράτους προς τον πολιτισμό» λέει ο σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος (…), θεωρώντας θετικό ότι «δόθηκαν λίγα σε πολλούς» – με μέσο όσο παραγωγής τις 40.000.

Αν καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται, όπως λέει η μόδα, ας καταδικάσουμε και τη βία της υποκρισίας, τη βία της επιβολής απόψεων στην κοινή γνώμη από ανθρώπους που, ενώ συμμετέχουν στη νομή των πόρων και της εξουσίας, λένε άλλα απ’ αυτά που συμβαίνουν. Η πρόκληση του αριθμού που αναφέρεται στο άρθρο ως μέσος όρος, για όσους γνωρίζουν τα μεγέθη των αμοιβών των μικρότερων παραστάσεων, είναι τεράστια, στα όρια της συκοφαντίας για τους μικρούς.

Στην ουρά της Alphabank

old cash register

Τέλος του μηνός, όλοι θέλουν κάτι να πληρώσουν. Ουρές στο μηχάνημα αυτόματων πληρωμών και στο γκισέ. Περιμένεις, τι άλλο να κάνεις; Ένα μόνιτορ ψηλά στον τοίχο μας κρατά απασχολημένους: διαφημίσεις τραπεζικών προϊόντων (χρεωστικές κάρτες, όχι πια δάνεια), κάποιες ειδήσεις, οι σημερινές εορτές (Ευδοξία, Κύρος), πολιτιστικές προτάσεις.

Να μία:

Ο θαυματοποιός Γιάννης Ζουγανέλης παρουσιάζει μια αντεργκράουντ πολιτική σάτιρα βασισμένη σε πιο αληθινή απ’ τις πραγματικές ιστορίες που μας λένε στις ειδήσεις… Την έγραψε ο Θοδωρής Αθερίδης, και την εκτελούν κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια σας ο προαναφερόμενος μαζί με τους Λευτέρη Ελευθερίου, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Νάντια Κοντογεώργη και Γιάννη Μπισμπικόπουλο από τις 23 Γενάρη.

«Διάολε!», σκέφτομαι για μια στιγμή. Πώς παρεισέφρησε μια αντεργκράουντ πολιτική σάτιρα στο μόνιτορ της τράπεζας, για να κλείσει το μάτι σ’ όλους εμάς που μας απασχολούν οι λογαριασμοί μας; Σε ποια υπόγα άραγε παρουσιάζεται τούτη η σάτιρα, να βάλω το αμπέχωνό μου και να πάω; Μπράβο στους συντρόφους στρατευμένους καλλιτέχνες, οργανικούς διανοούμενους, που κάνουν το σκατό τους παξιμάδι και με όπλο τη σάτιρα, όπως τότε στη Βαϊμάρη υπερβαίνουν τα εσκαμμένα.

Στο τέλος, βέβαια, έρχεται η ματαίωση: Ελληνική Θεαμάτων, Μικρό Παλλάς, γενική είσοδος 20 ευρώ…

Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. Οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας.

Ονειροκρίτες

Άλλο ένα από εκείνα τα δυο-τρία μικρά που η Χελώνα είχε ξεχάσει. Για να μην ξεχνιόμαστε.

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΕΣ

Τι γίνεται αν δεις στον ύπνο σου ελεγκτή λεωφορείου, μέσα σε τρόλεϊ μάλιστα κι ενώ έχεις μπει σ’ αυτό μόνο για μια στάση – κατά λάθος βέβαια; Ένας σύγχρονος ονειροκρίτης θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει και τέτοια ενδεχόμενα.

Ένας σύγχρονος ονειροκρίτης θα ήθελα να συμπεριλαμβάνει και τέτοια ενδεχόμενα, για να μπορώ να έχω μια εξηγητική δύναμη για τα ανόητα όνειρά μου. Δεν είναι πως με προβληματίζουν ακριβώς· απλά όσο κοιμάμαι δε μπορώ να κοιμηθώ από το άγχος, ενώ στην πραγματικότητα κοιμάμαι βαθύτατα – δικαίως και ως δίκαιος. Δεν ονειρεύομαι ποτέ πως κοιμάμαι, ή μάλλον δεν ονειρεύομαι ποτέ πως μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος.

Αν είχα ξεφύγει από το βραχνά των ψυχαναλυτικών αναπαραστάσεων, θα νοιαζόμουν λιγότερο. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δε συμβαίνει, κι αντίθετα είμαι δέσμιος της λογικής των ονείρων, προσπαθώ να εξηγήσω τους λόγους που βλέπω τα συγκεκριμένα όνειρα.

Οι παραδοσιακοί ονειροκρίτες έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της ψυχανάλυσης. Θα εξηγηθώ ξεκινώντας από ένα παράδειγμα.

Πες πως βλέπεις μέλι. Ο ονειροκρίτης θα εξηγήσει: «Αν το δεις μεγάλη ευτυχία σε περιμένει, αν δεις άλλον να τρώει μέλι, σημαίνει ότι το πρόσωπο με το οποίο συνδέεσαι σε απατά». Να ένας απλούστατος συμβολισμός, μια μικρή συμπαιγνία αυτού που βλέπει το όνειρο κι αυτού που το εξηγεί. Ή θα φας μέλι, ή θα στο φάνε. Ο ονειροκρίτης, όμως, θέλει να μας πείσει πως μ’ αυτόν τον συμβολισμό προβλέπει ένα κάποιο μέλλον. Επιτέλους, δε θα βρίσκεσαι στη δεινή εκείνη θέση του κερατά που αγνοεί, αν βέβαια εξηγήσεις έτσι το όνειρο.

Από ψυχανάλυση δεν ξέρω. Ο ψυχαναλυτής κάτι άλλο θα έβρισκε να σου πει για το νόημα του μελιού. Εκείνο που μπορώ εύκολα να φανταστώ, είναι το επιχείρημα του ψυχαναλυτή απέναντι στον ονειροκρίτη. Πρώτα έμαθες τι σημαίνει να δεις μέλι, μετά το είδες, άρα επρόκειτο για μια ασυνείδητη επιλογή σου, επειδή φοβάσαι πως το άτομο με το οποίο συνδέεσαι σε απατά. Όμως γιατί φοβάσαι; Διότι κάτι άλλο έχει συμβεί νωρίτερα, κάτι με τη δομή της προσωπικότητάς σου, κάτι με τη μάνα σου και τον πατέρα σου, κάτι που, δυστυχώς, δε θα μπορέσουμε εύκολα να ξεπεράσουμε, δε θα μπορέσεις εύκολα εσύ να ξεπεράσεις δηλαδή.

Να, λοιπόν, έκδηλο, το συγκριτικό πλεονέκτημα των παραδοσιακών ονειροκριτών σε σχέση με την ψυχανάλυση: μιλάνε για το μέλλον, όχι για το παρελθόν.

Κι εγώ ένα μέλλον θέλω – παρελθόν έχω. Γι’ αυτό προτιμώ τον ονειροκρίτη από τον ψυχαναλυτή. Μόνο που οι παραδοσιακοί ονειροκρίτες δεν λένε τίποτα για ελεγκτές λεωφορείου, για τηλεοράσεις, για αυτοκίνητα και για τις μικρές απολαύσεις της αστικής ζωής. Κι αν ένας τέτοιος ονειροκρίτης δεν υπάρχει, λέω να τον γράψω μόνος μου, για να έχω κάπου να στηρίζομαι.

9 Νοέμβρη 2000

Μνημόσυνα

Η Χελώνα ανέκαθεν είχε τη φιλοδοξία ν’ ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, γράφοντάς δηλαδή κι όχι διαβάζοντάς την. Την φιλοδοξία αυτή δεν την εκπλήρωσε ποτέ και για την ώρα δεν βλέπει και πολλές πιθανότητες να την εκπληρώσει. Ωστόσο έκανε κάποτε ορισμένες δοκιμές. Ψάχνοντας σήμερα σε κάποιο παλιό backup για κάτι άλλο, βρήκε δυο-τρεις σύντομες τέτοιες προσπάθειες τις οποίες, αν κι έχει μνήμη ελέφαντα κατά τ’ άλλα, τις είχε ξεχάσει. Να όμως που δίνεται η ευκαιρία να τις κοινοποιήσει στο ευάριθμο μα ποιοτικό αναγνωστικό της κοινό. Συμπαθάτε την, για ιστορικούς λόγους δεν έχει αλλάξει ούτε ένα γιώτα.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ

Ο παππούς της κυρ-Αλεξάνδρας, της γειτόνισσας της μάνας μου, είχε πεθάνει τριάντα χρόνια τώρα και η κυρ-Αλεξάνδρα ήταν η μόνη στη γειτονιά που τον θυμόταν ακόμα. Φρόντιζε τις Κυριακές να του ανάβει το καντήλι και στη γιορτή τους του ‘κανε και τρισάγιο, δίνοντας και το κατιτί της στον παπά. Δεν την έπαιρναν και πολύ στα σοβαρά – γριά γυναίκα πια να επιμένει να ανάβει ένα καντηλάκι που ‘σβησε τόσο καιρό πριν και να κουβεντιάζει μάλιστα με τον αμίλητο παππού και τα μυστικά της ζωής· έτσι τουλάχιστον καταλάβαινες όπως την έβλεπες από μακριά να στέκει μπροστά στον τάφο και να χειρονομεί έντονα, εκείνες τις Κυριακές τα μεσημέρια.

Για τον παππού δεν ήξερα πολλά. Μόνο πως ήθελε, λέει, τα καλύτερα για τη φαμίλια του κι ότι πέθανε από καρδιά μια φορά που νόμισε πως έβγαλε το δεκατριάρι στο ΠΡΟ-ΠΟ, την εποχή που η γειτονιά στηνόταν στο ραδιόφωνο για ν’ ακούσει «του Διακογιάννη τη φωνή», Κυριακή μεσημέρι, σ’ ένα μετέωρο κι αιώνιο σημείο του χρόνου, λίγο μετά τη μιζέρια και λίγο πριν το μεγαλείο. Το μεγαλείο συνήθως δεν ερχόταν, κι έτσι οι υπόλοιπες ημέρες περνούσαν με την προσμονή της αιωνιότητας του μεσημεριού της Κυριακής, αυτής της διάβασης από τη γη προς τον παράδεισο.

Άδικα πήγε ο καημένος: είχε το δωδεκάρι σίγουρο και ο Δομάζος δεν του έκανε τη χάρη. Ο Διακογιάννης (μπορεί να ήταν και ο Φώσκολος, δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό) κάτι φώναξε για οριζόντιο δοκάρι, όμως η γειτονιά είχε ήδη πέσει πάνω στον μπαρμπα-Αλέκο και κανείς δεν άκουσε την εξέλιξη της φάσης. Δεν τον προλάβανε, μόνο το σταυρό τους έκαναν, κι η κυρ-Αλεξάνδρα πρόφτασε να του πάρει απ’ τα χείλια τα τελευταία του λόγια και του έκλεισε τα μάτια. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε από τότε πουθενά.

Κι ο μικρός Αλέκος ακόμη, ο συμμαθητής μου, ο γιος της κυρ-Αλεξάνδρας που είχε πάρει – κι αυτός – τ’ όνομα του παππού, δεν ήξερε τίποτα σχετικό, ούτε και τριάντα χρόνια μετά.

Μπορεί βέβαια και να μη μου έλεγε – εν είδει οικογενειακού μυστικού – τι ήταν εκείνο που είπε ο προπάππος του στην εγγονή του και τι ήταν αυτό που μετέφερε η εγγονή στον παππού της κάθε Κυριακή μεσημέρι, ανάβοντάς του το καντήλι.

Αθήνα, 28 Οκτώβρη 2000

Τόσα και τόσα διαφορετικά είδη βυζιών

Ο Γκιστάβ Φλομπέρ

Και υπάρχουν, κύριέ μου, τόσα και τόσα διαφορετικά είδη βυζιών. Το βυζί μήλο, το βυζί αχλάδι – το λάγνο βυζί, το ντροπαλό βυζί, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Το πλασμένο για τους αμαξάδες, το μεγάλο, στρογγυλό κι αγνό βυζί, που το βγάζεις μέσα από ένα γκρίζο πλεχτό, όπου στέκεται ζεστά-ζεστά, νταβραντισμένο και σκληρό. Το βυζί του βουλεβάρτου, βαριεστημένο, πλαδαρό και χλιαρό, που κουνιέται δώθε-κείθε μες στο μεσοφόρι, βυζί που το δείχνεις στο φως των κεριών, που ξεπροβάλλει μέσα απ’ το μαύρο του σατέν, όπου τρίβεις την ψωλή σου, και που σύντομα εξαφανίζεται. Τα δύο τρίτα του βυζιού ιδωμένα στο φως των πολυελαίων, στην άκρη των θεωρείων στο θέατρο, άσπρα βυζιά που η καμπύλη τους μοιάζει απέραντη καθώς κι ο πόθος που εκπέμπουν. Μυρίζουν ωραία τούτα εδώ· ζεσταίνουν το μάγουλο και κάνουν να χτυπά η καρδιά. Πάνω στη λαμπρότητα της επιδερμίδας τους απαστράπτει η έπαρση, είναι πλούσια και μοιάζουν να σου λένε περιφρονητικά: «μαλακίσου, φιλαράκο, μαλακίσου, μαλακίσου». Κι ακόμα το βυζί μαστάρι, μυτερό, πλασμένο για όργια, πρόστυχο, καμωμένο σαν το φλασκί του κηπουρού για τους σπόρους, λεπτό στη βάση του, μακρόστενο, χοντρό στην άκρη. Ανήκει στη γυναίκα που γαμείς πισωκολλητά, ολόγυμνη, μπροστά σ’ ένα μεγάλο, καπλαντισμένο με μαόνι καθρέφτη. Το μαραγκιασμένο βυζί της αραπίνας που κρέμεται σα σάκκος. Ξερό σαν την έρημο και άδειο όπως κι αυτή. Το βυζί της νέας κοπέλας που φτάνει απ’ τον τόπο της, ούτε μήλο, ούτε αχλάδι, μα ευγενικό, ευπρεπές, καμωμένο για να εμπνέει πόθους και όπως πρέπει να είναι ένα βυζί. Επίσης το βυζί της κυρίας, θεωρούμενο αποκλειστικά σαν ευαίσθητο σημείο· τούτο εδώ δέχεται αγκωνιές στους καβγάδες, και δοκάρια, στη μέση του δρόμου. Συνεισφέρει μονάχα στον εξωραϊσμό του προσώπου και πιστοποιεί το φύλο.

Το καλό βυζί της παραμάνας, όπου βυθίζονται τα χέρια των παιδιών που στηρίζονται πάνω του για να ρουφήξουν πιο άνετα. – Στην επιφάνειά του διασταυρώνονται βαθυγάλαζες φλέβες. Χαίρει σεβασμού μέσα στην οικογένεια.

Τέλος το βυζί κολοκύθα, βυζί πελώριο και πρόστυχο, που σου γεννά την επιθυμία να χέσεις πάνω του. Είναι αυτό που ποθεί ο άντρας όταν λέει στην τσατσά: «Θέλω μια γυναίκα με μεγάλα βυζιά». Αυτό εδώ αρέσει στα γουρούνια σαν κι εμένα, και τολμώ να πω, σαν κι εμάς.

Απόσπασμα από επιστολή του Γκιστάβ Φλομπέρ προς τον φίλο του Λουδοβίκο Μπουγιέ, γραμμένη στην Πάτρα, στις 10 Φεβρουαρίου 1851. Ο Φλομπέρ τελείωνε εκείνες τις ημέρες ένα μεγάλο ταξίδι στην ανατολή. Το απόσπασμα για τα βυζιά είχε πέσει για δεκαετίες θύμα της κοπτοραπτικής της ανιψιάς του συγγραφέα Καρολίνας, που φρόντισε την έκδοση της αλληλογραφίας του μετά τον θάνατό του. Η αδικία προς τα βυζιά αποκαταστάθηκε μόλις το 1980, με την έκδοση των αρχικών επιστολών από την Πλειάδα. Μετάφραση: Νίκος Αλιφέρης, από το μικρό βιβλίο «Γράμματα του Φλωμπέρ απ’ την Ελλάδα», Εκδόσεις Άγρα, 1995.