Τι επιδιώκει η κυβέρνηση με την πώληση των ΕΛ.ΤΑ.;

Διαβάζουμε στις εφημερίδες την πρόθεση της κυβέρνησης να πουλήσει το 39% των ΕΛ.ΤΑ. Πιο συγκεκριμένα, η Καθημερινή πιθανολογεί για τους αγοραστές:

Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε επαφές με τους ευρωπαϊκούς ταχυδρομικούς οργανισμούς που είχαν επιδείξει στο παρελθόν ενδιαφέρον, ωστόσο αδιευκρίνιστο παραμένει εάν οι συνομιλίες θα οδηγήσουν σε επίσημη εκδήλωση ενδιαφέροντος. Τα βελγικά ταχυδρομεία είχαν επιδείξει ενδιαφέρον για τις «Ταχυμεταφορές ΕΛΤΑ», ενώ και οι Ολλανδοί φαίνεται να εξετάζουν το ενδεχόμενο πιθανής συνεργασίας με τα ΕΛΤΑ. Τα γαλλικά ταχυδρομεία από την πλευρά τους μελετούν την πιθανότητα ανάπτυξής τους μέσω ομίλου ταχυδρομείων των χωρών της Μεσογείου.

Όλη η κουβέντα σχετικά με την πώληση των ΕΛ.ΤΑ. συσχετίζεται από την κυβέρνηση και τον τύπο με την άρση του μονοπωλίου και το άνοιγμα της ταχυδρομικής αγοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο – πράγμα που, βέβαια, έχει ήδη ντεφάκτο συμβεί με τις ταχυμεταφορές.

Η Χελώνα θα ήθελε να συνεισφέρει στη συζήτηση με ορισμένα χρήσιμα στοιχεία για τα ταχυδρομεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δείχνουν ότι αυτή η επιχειρηματολογία είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Και εξηγούμαστε:

Η σημερινή μετοχική σύνθεση των ΕΛ.ΤΑ. έχει ως εξής: Ελληνικό Δημόσιο 90%, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο 10% (8.700 μόνιμοι εργαζόμενοι + 2.500 εποχικοί ετησίως). Ποια είναι η μετοχική σύνθεση των μεγάλων ευρωπαϊκών ταχυδρομικών οργανισμών που, σύμφωνα με την Καθημερινή, ενδέχεται να ενδιαφερθούν για τα ΕΛ.ΤΑ. και τις Ταχυμεταφορές ΕΛ.ΤΑ.; Παρακάτω θα βρείτε τα σχετικά στοιχεία γι’ αυτούς τους οργανισμούς και για ορισμένους άλλους μεγάλους ευρωπαϊκούς ταχυδρομικούς οργανισμούς.

ΒΕΛΓΙΟ (bpost – 30.000 εργαζόμενοι)

  • Βελγικό δημόσιο: 50% συν μία μετοχή
  • CVC Capital: 50% μείον μία μετοχή

H CVC Capital είναι ένα απ’ τα πέντε μεγαλύτερα equity funds του κόσμου (Citicorp).

ΟΛΛΑΝΔΙΑ (TNT – 65.700 εργαζόμενοι μόνο στην Ολλανδία)

  • θεσμικοί επενδυτές: 97%
  • απλοί επενδυτές: 3%

Στους θεσμικούς επενδυτές περιλαμβάνονται με ποσοστά πέριξ του 5% έκαστος: Barclays, BlackRock, Alberta fund, Lansdowne UK Equity, UBS AG, Morgan Stanley κά. Το ολλανδικό δημόσιο δεν έχει πλέον συμμετοχή στην εταιρεία.

ΓΑΛΛΙΑ (La Poste – 280.000+ εργαζόμενοι)

Γαλλικό δημόσιο: 100%

ΙΤΑΛΙΑ (Poste Italiane Spa – 155.000 εργαζόμενοι)

  • Ιταλικό δημόσιο: 65%
  • Cassa depositi e prestiti (Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο): 35%

Η Cassa depositi e prestiti ανήκει κατά 70% στο ιταλικό δημόσιο και 30% σε άλλες τράπεζες.

ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ (Royal Mail Group – 176.000 εργαζόμενοι)

Βρετανικό δημόσιο: 100%

ΓΕΡΜΑΝΙΑ (Deutsche Post DHL – 186.000 εργαζόμενοι μόνο στην Γερμανία)

  • KfW Bankengruppe: 30,5%
  • Θεσμικοί επενδυτές (ΗΠΑ): 19,8%
  • Θεσμικοί επενδυτές (Γερμανία): 11,1%
  • Θεσμικοί επενδυτές (Μ.Βρετανία): 29,7%
  • Θεσμικοί επενδυτές (Γαλλία): 5,6%
  • Θεσμικοί επενδυτές (Ελβετία): 3,4%
  • Απλοί επενδυτές: 7,1%

Η KfW Bankengruppe είναι κρατική γερμανική τράπεζα, που ανήκει κατά 80% στην ομοσπονδία και κατά 20% στα ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας.

ΑΥΣΤΡΙΑ (Österreichische Post AG – 27.000 εργαζόμενοι)

  • Αυστριακό δημόσιο: 52,8%
  • Επενδυτές: 47,2%

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ (CTT Correios de Portugal, S.A. – 15.000 εργαζόμενοι)

Πορτογαλικό δημόσιο: 100%

ΙΣΠΑΝΙΑ (La Sociedad Estatal Correos y Telégrafos – 64.000 εργαζόμενοι)

Ισπανικό δημόσιο: 100%

ΣΟΥΗΔΙΑ+ΔΑΝΙΑ (Posten Norden AB – 50.000 εργαζόμενοι)

  • Σουηδικό δημόσιο: 60%
  • Δανέζικο δημόσιο: 40%

Τροφή για σκέψη

Δεν είναι πουθενά γραμμένο ότι τα ΕΛ.ΤΑ. πρέπει να πουληθούν. Η σύνδεση της άρσης του μονοπωλίου με την ιδιωτικοποίηση του οργανισμού υπάρχει μόνο στο κεφάλι της ελληνικής κυβέρνησης. 29 κατασκευαστές πλυντηρίων δεν μπορεί να κάνουν λάθος: Σουηδία, Δανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία διατηρούν τον έλεγχο των εταιρειών 100%.

Η ελληνική κυβέρνηση διαρρέει στον τύπο το υποτιθέμενο ενδιαφέρον Βέλγων και Ολλανδών για τα ΕΛ.ΤΑ.

Το να αναφέρει κανείς την ΤΝΤ σαν ολλανδική εταιρεία είναι αυτό που λέμε «παρελκυστική τακτική» ή αλλιώς πεντακάθαρο ψέμα. Μια εισηγμένη ΑΕ της οποίας οι μέτοχοι αλλά και οι δραστηριότητες απλώνονται σ’ όλον τον πλανήτη λέγεται απλά κι ωραία «πολυεθνική» κι έτσι είμαστε ειλικρινέστεροι.

Η βελγική περίπτωση είναι πιο περίεργη.

Προ πενταετίας, η Post Danmark και η CVC (που κατείχε το 25% της Post Danmark) αγόρασαν τη μισή βελγική εταιρεία. Στην πορεία, η Post Danmark συμφώνησε με την αντίστοιχη δημόσια σουηδική εταιρεία και σχημάτισαν την δημόσια Posten Norden που καλύπτει και τις δυο χώρες και φυσικά επιδιώκει να επεκταθεί και παραπέρα. Πριν τη συγχώνευση, η Post Danmark πούλησε το βελγικό της μερίδιο στην CVC και η CVC επέστρεψε το δικό της στους Δανούς. Σήμερα η CVC (που είναι αυτό που λέμε «θεσμικός επενδυτής» – δηλαδή φεύγει από την επένδυση μόλις βρει κάτι καλύτερο) σκέφτεται να εισαχθεί η bpost στο χρηματιστήριο και η CVC να βάλει συμμετοχή στην «ολλανδική» ΤΝΤ. Η ΤΝΤ με τη σειρά της μόλις αποφάσισε να διασπαστεί σε δύο εταιρείες, μια για την κλασική αλληλογραφία και μια για τις υπηρεσίες κούριερ. Κάπου εκεί η CVC βλέπει δυνατότητα στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών. Και, έτσι ξαφνικά, σαν πορδή, σ’ αυτό το πλάνο ξεπετάγεται και η ελληνική κυβέρνηση με το φιλετάκι των ΕΛ.ΤΑ.

Είναι γεγονός ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός αυτών των μεγαθηρίων μέσα στα όρια της ΕΕ δε σηκώνει μικρές «οικογενειακές» επιχειρήσεις. Όμως μια σοβαρότερη κυβέρνηση χωρίς υπαλλήλους σε θέση υπουργών, μπορεί να σκεφτόταν να αντλήσει εμπειρία από το δανοσουηδικό μοντέλο και να δει τι μπορεί να κάνει σε συνεργασία με τις γειτονικές στην Ελλάδα χώρες-μέλη της ΕΕ. Αλλά εδώ τέτοια δεν γίνονται. Με τις υγείες μας και θα επανέλθουμε όταν διαβάσουμε καμιά βλακεία για τα ΕΛ.ΤΑ.

Και τώρα, καπιταλισμός χωρίς (ελληνικό) κράτος

Καλά τα λέει ο Παύλος Παπαδόπουλος στο Βήμα για τη σχέση αλληλοεξάρτησης καπιταλιστών και κράτους:

Πραγματικά δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά καπιταλισμός και σύγχρονη δημοκρατία χωρίς το κράτος να διατηρεί κεντρικό ρόλο στην οικονομία και χωρίς τους πολιτικούς να γίνονται «νονοί της επιχειρηματικότητας».

Παρακάτω, όμως, τα μπερδεύει λίγο τα πράγματα:

Στην Ελλάδα οι «κανόνες» άλλαξαν. Π.χ. το μνημόνιο επιβάλλει την άρση του μονοπωλίου της ΔΕΗ στην παραγωγή και διανομή ενέργειας και του ΟΣΕ στους σιδηροδρόμους, ενώ παρά το γεγονός ότι δεν λέγεται ευθέως, το πιθανότερο είναι ότι η τρόικα δεν πρόκειται να επιτρέψει σε ένα κράτος που οδηγήθηκε στην πτώχευση να αυξήσει τη συμμετοχή του στο τραπεζικό σύστημα μέσα από τη δημιουργία ενός «δημόσιου πυλώνα». Ισχύει όμως το παράδοξο ότι παραλλήλως το κράτος έχει επενδύσει 3,5 δισ. ευρώ στις τράπεζες (συνολικά 28 μαζί με τις εγγυήσεις χωρίς να υπολογίσουμε τα 26 που πρόσφατα προστέθηκαν) και ουσιαστικά θα μπορούσε να τις ελέγχει σχεδόν όλες εξαφανίζοντας τους περισσότερους σημερινούς μετόχους.

Βεβαίως τα συμπεράσματα δεν είναι εύκολα, αφού ένα κράτος υπό πτώχευση και επιτήρηση δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να απολαμβάνει την ελάχιστη σημερινή εμπιστοσύνη από τους εταίρους του αν αποφάσιζε να ανακηρύξει εαυτόν «super τραπεζίτη».

Δεν πρόκειται λοιπόν για αλλαγή των κανόνων, αλλά για μεταφορά της εξουσίας που απολάμβανε το ελληνικό κράτος σε σχέση με τους καπιταλιστές σε διαφορετικό επίπεδο. Ό,τι μπορεί να παράξει ή να απομυζήσει πλούτο ανήκει στους «εταίρους» – μόνο που οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους («ερμηνεία και καθυπόταξη», σας θυμίζει τίποτα;).

Το ελληνικό κράτος και η κυβέρνηση καλείται να σηκώσει το βάρος αυτής της κλοπής. Και το αναλαμβάνει σχεδόν με χαρά.

ΔΝΤ, μνημόνιο και ο ρόλος της Καθημερινής

Δεν υπάρχουν και πολλές αμφιβολίες υπέρ τίνων δουλεύουν η ιδιοκτησία, η διεύθυνση και ένα μέρος των δημοσιογράφων της Καθημερινής, αν παρακολουθήσει κανείς συστηματικά την εφημερίδα το τελευταίο διάστημα. Respect στους υπόλοιπους δημοσιογράφους που εξακολουθούν να κάνουν υποδειγματικά τη δουλειά τους, ενώ η διάταξη των θεμάτων και οι τίτλοι που θέτει η διεύθυνση υπονομεύουν το περιεχόμενο των άρθρων. Ενδεικτικό παραδειγματάκι απ’ το φύλλο της Κυριακής 27/6/2010:

Στο πρωτοσέλιδο χτυπά το «πάγωμα» του δανείου του ΔΝΤ προς τη Ρουμανία, λόγω της απόφασης του ρουμανικού συνταγματικού δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας των μέτρων που έχει λάβει κατά διαταγήν του ΔΝΤ η ρουμανική κυβέρνηση:

Μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ρουμανίας να κρίνει κάποια από τα μέτρα λιτότητας που ελήφθησαν εκεί ως αντισυνταγματικά, το ΔΝΤ ανέβαλε την καταβολή της πρώτης δόσης έκτακτου δανείου στη χώρα. Η προσφυγή κατά των μέτρων που επέβαλε το Ταμείο κατατέθηκε στις 16 Ιουνίου, η απόφαση ελήφθη την εβδομάδα που πέρασε και το ΔΝΤ «απάντησε» χθες.

Δεν είναι τυχαίο, φυσικά, αφού και το δικό μας Ελεγκτικό Συνέδριο ήδη έκρινε τέσσερα σημεία του αντιασφαλιστικού νομοσχεδίου ως αντισυνταγματικά. Επίσης, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, αλλά και διακεκριμένοι καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου όπως ο Κασιμάτης εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους για τη νομιμότητα των όσων συμβαίνουν σήμερα – η ίδια η Καθημερινή δημοσιεύει το άρθρο της Ιωάννας Μάνδρου σχετικά.

Ποια είναι, όμως, η ακριβής είδηση; Αν ανοίξει κανείς βέβαια τις εσωτερικές σελίδες, στο άρθρο της Ευριδίκης Μπερσή με τίτλο «Το ΔΝΤ «μπλόκαρε» δόση δανείου στη Ρουμανία» διαβάζουμε, μετά το ρεπορτάζ περί Ρουμανίας:

Ανάλογη απόφαση έχει εκδώσει και το Συνταγματικό Δικαστήριο της Λεττονίας: […] «Οι περικοπές των συντάξεων αποτελούν παραβίαση του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση και των αρχών του δικαίου» αναφέρεται στην απόφαση, που εκδόθηκε την 21η Δεκεμβρίου 2009 και δεν επιδέχεται έφεση.

Το δικαστήριο υποχρέωσε την κυβέρνηση της Λεττονίας να επαναφέρει τις συντάξεις στο αρχικό ύψος τους […] Η κυβέρνηση συμμορφώθηκε με την απόφαση, ενώ οι εκπρόσωποι του μηχανισμού ΔΝΤ – Ε. Ε. συνέχισαν να χορηγούν κανονικά στη Λεττονία τις δόσεις του δανείου, συνολικού ύψους 7,5 δισ. ευρώ, παρότι ένας πυλώνας του Προγράμματος Σταθεροποίησης εξουδετερώθηκε […]

Αν όμως οι πολιτικές που επιβάλλει το ΔΝΤ αντί της ανάκαμψης οδηγούν σε βαθύτερη ύφεση, θα μπορούσε άραγε να τις καταγγείλει κανείς στο δικαστήριο ως ζημιογόνες για την εθνική οικονομία; Αυτό έκανε το 1999 η Συνομοσπονδία Τραπεζικών Υπαλλήλων της Νότιας Κορέας, ζητώντας αποζημίωση 400 εκατ. δολαρίων από το ΔΝΤ επειδή οι συμβουλές του οδήγησαν σε κλείσιμο πέντε τράπεζες. […] Το δικαστήριο της Σεούλ απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης, επισημαίνοντας ότι καμία χώρα που έχει υπογράψει τις συνθήκες προσχώρησης στο ΔΝΤ δεν μπορεί να εγείρει δικαστικές αξιώσεις εις βάρος του.

Ενώ όμως οι αγωγές αποζημίωσης εις βάρος του ίδιου του ΔΝΤ δεν είχαν τύχη, οι δικαστικές προσφυγές κατά των μέτρων που αυτό επέβαλε δικαιώθηκαν και στην Ουκρανία.

Τι καταλαβαίνει κανείς; Ότι η Καθημερινή θέλει η ελληνική κυβέρνηση (στην οποία δεν έχει και πολύ εμπιστοσύνη) να απεμπλακεί από τις γνωστές ανοησίες της συνταγματικότητας και να προχωρήσει χωρίς εμπόδια, νομικά ή άλλα στην πλήρη παράδοση της χώρας στους γραφειοκράτες του ΔΝΤ κι αυτούς που εκπροσωπούν. Αυτό εξάλλου υποστηρίζει σε παραδιπλανή σελίδα και ο αρθρογράφος της εφημερίδας καθηγητής Θάνος Βερέμης, πρόεδρος του ΕΣΥΠ:

Η διεθνής κρίση έβαλε τέλος στην αμέριμνη μεγέθυνση του ελλείμματος και των χρεών μας και μας έθεσε ενώπιον της πραγματικότητας. Η αφύπνιση έπειτα από τρεις δεκαετίες κραιπάλης είναι βέβαια οδυνηρή. Μπορεί να αποδειχθεί όμως σωτήρια αν ο κ. Παπανδρέου τολμήσει να αναζητήσει εξωκοινοβουλευτικούς αρίστους για να στελεχώσουν το υπουργικό του συμβούλιο, όσο υπάρχει ακόμα καιρός.

Ο διευθυντής της εφημερίδας, Αλέξης Παπαχελάς, μ’ αφορμή την έκρηξη βόμβας στο γραφείο του υπασπιστή του υπουργού προστασίας του πολίτη, λέει ότι πρέπει να γίνουμε όπως οι άλλες χώρες όπου δεν συμβαίνουν λάθη στην ασφάλεια. Αντίθετα, φυσικά, μ’ όσα διαβάζει κανείς στο γειτονικό άρθρο με τίτλο «Εισβολές σε Λευκό Οίκο, Μπάκιγχαμ«. Παρακάτω, μπερδεύει εσκεμμένα την έννοια της «ασφάλειας» μ’ αυτήν της δημοκρατίας:

Μέσα στο μπάχαλο του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού ό,τι είχε να κάνει με ασφάλεια λοιδορήθηκε και δαιμονοποιήθηκε. Οποιος ήθελε μια αστυνομία που να συλλέγει πληροφορίες και να κάνει τη δουλειά της θεωρείτο γραφικός ή ακραίος ή… ή…

Είναι προφανές πως μια κοινωνία που μπαίνει σε μεγάλες αναταράξεις και με έντονο ιστορικό τρομοκρατίας και βίας πρέπει να αλλάξει αν θέλει να αυτοπροστατευθεί και να θωρακίσει τη δημοκρατία της. Οι πολίτες, όποιοι κι αν είναι, ό,τι ιδέα και αν έχουν για τον εαυτό τους, οφείλουν να τηρούν όποιους κανόνες ασφαλείας επιβάλλει το νόμιμο κράτος. Αλλιώς οφείλουν να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου! Και ταυτόχρονα το κράτος πρέπει να εκπαιδεύσει μια νέα γενιά αστυνομικών κ. ά. σε συνθήκες επαγγελματισμού και με τη νοοτροπία πως «δεν με νοιάζει αν είσαι ο Πάπας, από εδώ δεν περνάς χωρίς έλεγχο». […]

Αν δεν αλλάξουμε λοιπόν το «στραβό μας το κεφάλι», ξεριζώνοντας τα χαλασμένα κύτταρα που παράγουν ενστικτωδώς τέτοιες δήθεν «ψαγμένες» βλακείες, αν δεν σοβαρευτούμε ως κράτος και ως κοινωνία, το πρόβλημα της ασφάλειας στη χώρα θα γίνει πολύ πιο οξύ με σημαντικές συνέπειες.

ΥΓ. Ο «συνήθης ύποπτος» Μπάμπης Παπαδημητρίου σ’ ένα περίεργο άρθρο, που αξίζει να διαβαστεί, με θέμα τις ελληνικές τράπεζες και το «ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (χρηματοδότησης των τραπεζών δηλαδή) που προβλέπει το μνημόνιο, κλείνει μνημειωδώς ως εξής:

Το εμπόδιο είναι το κράτος. Ο καθηγητής Βασίλης Ράπανος, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας, σημείωσε προχθές ότι «στη χώρα μας συνέβη το αντίθετο» από εκείνο που έπαθαν όσες χώρες αύξησαν τα κρατικά τους ελλείμματα για να προστατεύσουν τις τράπεζές τους. Το κράτος, όπως και στην περίοδο 1979-1992, φορτώνει τα προβλήματά του στις τράπεζες. Αν ακόμη αναρωτιέστε γιατί όλες μαζί δεν «αξίζουν» περισσότερο από 15 δισ. όταν τα ελληνικά ομόλογα ξεπέφτουν κι άλλο, κάντε τον υπολογισμό της ζημιάς που θα προκαλέσει «μικρό» haircut στο χαρτοφυλάκιο των 40 δισ. ομολόγων. Μήπως δεν φτάνουν ούτε τα 10 δισ. που θα πάρει προίκα το Ταμείο;

Ρεζίλι των σκυλιών

Η ανάγκη να γράψει κάτι ένας δημοσιογράφος είναι μεγάλη. Έτσι ο Μενέλαος Τζαφαλιάς, ανταποκριτής του βρετανικού Independent αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο για τα γνωστά «μπαχαλόσκυλα» της Αθήνας. Για να βγουν οι λέξεις, υποστηρίζει κάπου στο τέλος:

The number of strays in Greece is a reflection of the country’s economic difficulties.

Έτσι πρόχειρα, η ιστορία αλλιώς μας λέει τα πράγματα:

Στις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Μετά την πτώση των δύο νησίδων, η θέση των πολιορκουμένων κατέστη δεινή, μετά και την αποτυχία του Μιαούλη να διασπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό.

Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με φύκια, δέρματα, ποντίκια και γάτες!