Δυο Ελλάδες

Με αφορμή τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών, πολλοί μίλησαν για τις δυο Ελλάδες (ή και περισσότερες) που έχουν διαμορφωθεί: απ’ τη μια η νεολαία κι απ’ την άλλη οι γέροι, απ’ τη μια οι πόλεις κι απ’ την άλλη τα χωριά, απ’ τη μια οι συριζαίοι κι απ’ την άλλη οι φασίστες και ούτω καθεξής, γεμίσαμε με αγεφύρωτα χάσματα. Αδιέξοδο.

Αδιέξοδο σαν το «όραμα του οδοκαθαριστή» που επισημαίνει χθες το Βήμα, μ’ αφορμή την ανταπόκριση του κόσμου σε διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης για θέσεις οδοκαθαριστών:

Δύο χιλιάδες άτομα κατέθεσαν αιτήσεις σε μια μέρα για τετρακόσιες θέσεις συμβασιούχων οδοκαθαριστών, οκτάμηνης διάρκειας, στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες εκτιμήσεις οι αιτήσεις θα ξεπεράσουν τις δέκα χιλιάδες. Το γεγονός από μόνο του φανερώνει το ελληνικό πρόβλημα και αποκαλύπτει το αδιέξοδο της χώρας.

Πράγματι, αυτή η κατάσταση είναι αδιέξοδη. Αναμφιβόλως, δεν μπορείς να καταλήξεις σε διαφορετικό συμπέρασμα, αρκεί βεβαίως να έχεις το προνόμιο να βάζεις ένα πιάτο στο τραπέζι καθημερινά και να έχεις τον χρόνο να στοχαστείς. Όμως μια εικόνα δεν μπορεί να περιλαμβάνει όλη την αλήθεια.

Υπάρχει κι άλλη εκδοχή: ο Σπύρος Δημητρέλης, σε προ ημερών άρθρο του στο capital.gr, επισημαίνει την άρνηση 110 επιτυχόντων πτυχιούχων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε διαγωνισμό του υπουργείου οικονομικών να αναλάβουν τις θέσεις που κέρδισαν:

«’Οταν έκαναν τις αιτήσεις οι καθαρές αποδοχές ενός νεοδιόριστου στο υπουργείο Οικονομικών ήταν περίπου 1.500 έως 1.600 ευρώ», λέει στο Capital.gr υπηρεσιακός παράγοντας του ΥΠΟΙΚ. «Σήμερα ο μισθός του νεοδιόριστου είναι περίπου 680 ευρώ καθαρά». Πλέον οι θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, λόγω της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου, δεν είναι τόσο ελκυστικές όσο ήταν στο παρελθόν. Μάλιστα, σύμφωνα με προϊσταμένους εφοριών με τους οποίους επικοινώνησε το Capital.gr ορισμένοι από όσους διορίστηκαν έχουν εκφράσει τουλάχιστον προφορικά την επιθυμία να παραιτηθούν να βρουν κάποια δουλειά στον ιδιωτικό τομέα με μεγαλύτερες αποδοχές.

Δυο Ελλάδες, λοιπόν; Ή απλώς μια Ελλάδα βαθιά διχασμένη στη βάση των ριζικών διαφορών δυνατοτήτων επιβίωσης, αυτού που στα παλιά μαρξιστικά θα λέγαμε «ταξικές αντιθέσεις»; Η Βίκυ Σταμάτη δήλωσε ότι ζούσε σαν μια μέση ελληνίδα με στοιχειώδη οικονομική άνεση και τίποτα παραπάνω. Πιθανόν να έχει δίκιο, γιατί, ας πούμε, η μέση ελληνίδα μισθωτή ή η μέση ελληνίδα άνεργη μπορεί να μην έχει στοιχειώδη οικονομική άνεση και να πηγαίνει με κομπιουτεράκι στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσει τα τρόφιμα της εβδομάδας με το 1% του ποσού που η κ. Σταμάτη ψώνισε ένα ωραιότατο φόρεμα. Είναι από μόνο του αυτό πρόβλημα ή όχι; Σ’ αυτό θα έπρεπε ν’ απαντήσει η εφημερίδα.

Συνιστά υποκρισία η θέση του Βήματος. Δεν επιδιώκει να μπει στη θέση και να σκεφτεί με τον τρόπο εκείνου που έχει το «όραμα του οδοκαθαριστή» (αμοιβαίο το αίσθημα, δεν είναι τυχαίο που ο οραματιζόμενος δεν ψωνίζει και την εφημερίδα). Δεν αποκαλύπτει ότι για τους οραματιστές οδοκαθαριστές δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές. Η συζήτηση περί «διαρθρωτικών αλλαγών» και «μίγματος πολιτικής» καθόλου δε βοηθά στην επίλυση του πραγματικού προβλήματος.

Από την άλλη, ακούσατε ποτέ να επιλύεται ένα κοινωνικό πρόβλημα από αυτούς που το δημιούργησαν; Η Χελώνα πάντως όχι…

Advertisements

Εργασία, αυτό το προπατορικό αμάρτημα!

Η Χελώνα αναδημοσιεύει, ένεκα της ημέρας, μια συνέντευξη του Γάλλου ιστορικού Jacques Le Goff στον Gerard Miller, στην οποία, ανάμεσα στ’ άλλα, αναφέρεται και στις μεταπτώσεις της χριστιανικής ηθικής διδασκαλίας καθώς το άρμα της ιστορίας παράσερνε τον παλιό κόσμο. Η συνέντευξη είχε δημοσιευθεί στα ελληνικά στο Βήμα της 29ης Αυγούστου 1993.

Για αιώνες, η εργασία είχε τον χαρακτήρα μετάνοιας και η μη-εργασία αποτελούσε, τρόπον τινά, ιδεώδη κατάσταση σύμφωνα με την αντίληψη της Εκκλησίας. Ασφαλώς η μη-εργασία δεν εξισωνόταν με την τεμπελιά, αλλά με ένα ιδιαίτερο είδος αργίας πον συνίστατο στο να αφιερώνει κανείς τον χρόνο τον στην υπηρεσία και τη λατρεία τον θεού.
Με τον αριθμό των Ευρωπαίων που έχουν βρεθεί χωρίς δουλειά να ανέρχεται σε εκατομμύρια και το μέλλον να διαγράφεται σκοτεινό, η ανεργία αποτελεί πλέον τον εφιάλτη της Γηραιάς Ηπείρου. Εν τούτοις, όσο και αν έχουμε την εντύπωση ότι είναι φαινόμενο σύγχρονο, η Ιστορία μας διδάσκει ότι η ανεργία δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην εποχή μας και, πράγμα ενδιαφέρον, ότι δεν είχε πάντοτε την ίδια σημασία. Ποιες είναι όμως οι καταβολές της ανεργίας και, κυρίως, ποια η σχέση της με την εργασία; Πιο συγκεκριμένα: Πότε η εργασία αναγορεύθηκε σε αξία και σε μόνο αποδεκτό τρόπο να αποκομίσει κανείς τα προς το ζην, ενώ η ανεργία (και πόσο μάλλον η αεργία) άρχισε να περιβάλλεται από απαξία; Ο Jacques Le Goff, διευθυντής του ιστορικού περιοδικού «Annales» και ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της Νέας Ιστορίας, προσεγγίζει τα παραπάνω ζητήματα σε πρόσφατη συνέντευξή του. Ανατρέχοντας πίσω στον Μεσαίωνα, ο Le Goff εξετάζει την εξέλιξη των εννοιών της εργασίας και της ανεργίας, αναλύοντας τη σχέση τους με την οργάνωση της οικονομίας και τον χριστιανισμό.

Η αγωνία της ανεργίας είναι τόσο μεγάλη σήμερα που έχουμε την εντύπωση ότι είναι πρόσφατη. Εν τούτοις δεν είναι ο 20ός αιώνας που την επινόησε.

Φυσικά και όχι. Από το μέσον τον 13ου αι. μία οξεία οικονομική κρίση έπληξε τη Δύση και διέκοψε την ανάπτυξη που είχε αρχίσει να σημειώνεται από το 1000 μ.Χ. και εφεξής. Από το 1260 καταγράφονται οι πρώτες απεργίες στη Γαλλία. Μολονότι δεν είναι οι πρώτες στάσεις εργασίας – καθηγητές και φοιτητές είχαν αναλάβει αντίστοιχες πρωτοβουλίες το 1229 -, αποτελούν ουσιαστικά ένα σημείο τομής.

Γιατί ως το μέσον τον 13ου αι. κανένας στη Γαλλία δεν ήταν χωρίς εργασία;

Ας πούμε πως μέχρι τότε το πρόβλημα – πον ήταν άλλωστε περιστασιακό – της ελλείψεως ή της απώλειας εργασίας επελύετο συνήθως χωρίς περιπλοκές. Αν ένα άτομο βρισκόταν χωρίς δουλειά, τότε ξαναγύριζε στην οικογενειακή εστία, ζώντας και δουλεύοντας με τους γονείς του. Όμως η μαζική μετανάστευση οτις πόλεις και η συνακόλουθη εμφάνιση της πυρηνικής οικογένειας – άνδρας, γνναίκα, παιδιά – μετέβαλε την κατάσταση. Τώρα, το να βρεθεί άνεργος ο πατέρας έθετε σε κίνδυνο την επιβίωση ολόκληρης της οικογένειας. Εξ ου και η εξεύρεση εργασίας άρχισε να αποτελεί παράγοντα ανησυχίας.

Τι είδους συμπτώματα συνόδευαν την ανησυχία εκείνη;

Κοιτάξτε, οι μαρτυρίες που διαθέτουμε είναι, βεβαίως, μόνον έμμεσες. Παραδείγματος χάριν, θα πρέπει μάλλον να αποδώσουμε κάποιες περιπτώσεις αυτοκτονίας που έλαβαν χώρα στο τέλος του 13ου ή την αρχή του 14ον αι. στην ανεργία. Φαίνεται επίσης ότι ορισμένα νοσοκομεία άρχισαν να δέχονται ως ασθενείς ανθρώπους των οποίων η κατάσταση, τηρουμένων των αναλογιών, εξισώνεται με τους ανέργους του σήμερα. Την εποχή εκείνη, με την εξαίρεση φυσικά της Εκκλησίας, τα νοσοκομεία ήταν τα μόνα ιδρύματα που θα μπορούσαν να υποδεχθούν, να περιθάλψουν και ενδεχομένως να βοηθήσουν κοινωνικά τονς ανέργους.

Εν τούτοις η ανατροπή αυτή που πραγματοποιείται κατά τον Μεσαίωνα έχει και έναν χαρακτήρα συμβολικό, δεν είναι έτσι; Άλλωστε η εργασία δεν αποτελούσε πάντοτε αξία.

Στην αρχή η εργασία, ακόμη και για τον χριστιανισμό, περιβάλλεται από αρνητική αξία, όντας συνδεδεμένη με το προπατορικό αμάρτημα! Ο Αδάμ και η Εύα δεν καταδικάστηκαν από τον Θεό να εργάζονται διότι αμάρτησαν; Για αιώνες η εργασία είχε τον χαρακτήρα μετάνοιας και η μη-εργασία αποτελούσε, τρόπον τινά, ιδεώδη κατάσταση σύμφωνα με την αντίληψη της Εκκλησίας. Ασφαλώς η μη-εργασία δεν εξισωνόταν με την τεμπελιά, αλλά με ένα ιδιαίτερο είδος αργίας που συνίστατο στο να αφιερώνει κανείς τον χρόνο τον στην υπηρεσία και τη Λατρεία του Θεού.
Στην Καινή Διαθήκη, το κείμενο αναφοράς είναι το επεισόδιο της Μάρθας και της Μαρίας. Όταν ο Ιησούς τις επισκέπτεται, η Μάρθα δραστηριοποιείται, ετοιμάζει το γεύμα, καθαρίζει το σπίτι, ενώ αντιθέτως η Μαρία, καθισμένη μπροστά στα πόδια του Ιησού, αρκείται στο να τον ακούει. Μετά από λίγο, εκνευρισμένη, η Μάρθα απευθύνεται στον Ιησού ζητώντας του να πει στην αδελφή της να την βοηθήσει. Ο Ιησούς όμως της απαντά ότι είναι εκείνη (η Μαρία) που κάνει αυτό που πρέπει. Πρόκειται για μία αντίληψη πραγμάτων που, κυριολεκτικά, θα αναποδογυριστεί κατά τη διάρκεια του 12ου αι., όπου άλλωστε σημειώνονται και αρκετές προσπάθειες αποκαταστάσεως της εργατικής Μάρθας.
Η κοινωνία της οικονομικής ανάπτυξης, που έχει ανάγκη από εργατικά χέρια, θα αποδώσει ηθική αξία στην εργασία και θα την περιβάλει με ένα θετικό ψυχολογικό περιβάλλον. Η εργασία δεν θα είναι πλέον κατάρα, θα μεταβληθεί σε ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, ένας τρόπος να συμπληρώσει κανείς το έργο του Θεού. Η Εκκλησία θα συμφιλιώσει τη θεϊκή με την ανθρώπινη δημιουργία.

Συνεπώς πρόκειται για την ανακάλυψη της εργασίας, της ανεργίας και, φαντάζομαι, του ελεύθερου χρόνου.

Ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο άνθρωπος αποκτά συναίσθηση των ορίων της φυσικής αντοχής του, καθώς και της ανάγκης για ανάπανση. Δεν έχει κανείς παρά να αναλογισθεί τη σημασία της λατινικής λέξης recreatio, που αναφέρεται στην ανα-δημιουργία, άρα ουσιαστικά στην επανεύρεση των δυνάμεων μας. Η αναψυχή εκλαμβάνεται πλέον ως πράξη θεμελιώδους σημασίας, συνεπώς – και αυτό αποτελεί νεωτερισμό – ο προϊστάμενος που δεν εξασφαλίζει στον υφιστάμενό του ελεύθερο χρόνο, ανάπαυση και αναψυχή διαπράττει ατόπημα.

Τα κατ’ ιδίαν επαγγέλματα επωφελούνται από την αξία που αποδίδεται στην εργασία;

Η διάκριση μεταξύ νόμιμων και παράνομων επαγγελμάτων παραμένει, εν τούτοις η αξιολογική αναβάθμιση της εργασίας ωφελεί κυρίως τα επαγγέλματα που ως τότε ρητά καταδίκαζε η Εκκλησία. Ουσιαστικά η κοινωνία και η Εκκλησία κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όλα τελικά χρειάζονται… Έτσι, αποκαθίστανται όλων των ειδών τα απαγορευμένα επαγγέλματα, όπως εκείνα του εμπόρου, τον πανδοχέως. Φυσικά, σε κάθε επάγγελμα καταλογίζονταν διαφορετικά πράγματα, με αλλά λόγια ο κατάλογος των απαγορευμένων επαγγελμάτων είχε συντεθεί με βάση διαφορετικά κριτήρια. Έτσι, παραδείγματος χάριν, οι πανδοχείς κατηγορούντο ότι διηύθυναν στην ουσία οίκους ανοχής.

Οι γυναίκες ωφελούνται καθόλου από αυτή την τεράστια επιχείρηση αποκατάστασης;

Ναι, αν και χωρίς να απειληθεί η ανδρική κυριαρχία. Η Εκκλησία, που εξαρχής είχε τοποθετήσει στο επίκεντρο τη γεωργία, εξακολουθεί στις νωπογραφίες να αποδίδει στον άνδρα τις κύριες παραγωγικές εργασίες: σπορά, θερισμός, κλάδεμα των αμπέλων. Εν τούτοις, αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι η γυναίκα αναλαμβάνει σιγά-σιγά την επεξεργασία: κοσκινίζει το στάρι, γνέθει το μαλλί και καθώς η υφαντουργία γίνεται η κατ’ εξοχήν βιομηχανία του Μεσαίωνα, η γυναίκα βρίσκεται καλά τοποθετημένη προκειμένου να συμμετάσχει στην οικονομική μεταλλαγή που πραγματοποιείται.

Με το να αναγάγει όμως την εργασία σε αξία, μήπως ο Μεσαίωνας άνοιξε, κατά κάποιον τρόπο, τους ασκούς του Αιόλου; Αν είναι η εργασία που παρέχει στον άνθρωπο την υπόσταση του, είτε είναι άνδρας είτε είναι γυναίκα, τι γίνεται με αυτούς που, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, δεν εργάζονται;

Έχετε δίκιο… Μια φράση του Αποστόλου Παύλου από την Παλαιά Διαθήκη στοιχειώνει, άλλωστε, ολόκληρο τον Μεσαίωνα: Όποιος δεν εργάζεται, δεν δικαιούται τροφή. Η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα αναστάτωσε τις πρώτες χριστιανικές αλλά και εβραϊκές κοινωνίες. Διότι ουσιαστικά η άποψη αυτή θέτει το εξής δίλημμα: Οφείλει κανείς να κερδίσει την τροφή του αποκλειστικά και μόνον με την εργασία του ή μπορεί και να βασισθεί στους άλλους; Χωρίς αμφιβολία, οι πρώτοι χριστιανοί ιεραπόστολοι είχαν δείξει τον δρόμο δεχόμενοι τη φιλοξενία και τις περιποιήσεις των πιστών όταν έφθαναν σε μια πόλη. Εν τούτοις ο Παύλος ήταν αρνητικός απέναντι σε αυτές τις πρακτικές. Το πνεύμα της φράσης του, το οποίο μεταδόθηκε στη χριστιανική Δύση ως τον Μεσαίωνα, καταδίκαζε τους τυχοδιώκτες. Γι’ αυτούς προβλέπονταν καταναγκαστικά έργα, ενδεχομένως ακόμη και φυλακή. Η αναγωγή της εργασίας σε ηθική αξία επρόκειτο έτσι να δημιουργήσει ζώνες δυστυχίας.
Ούτως ή άλλως, η πιο χαρακτηριστική απόδειξη έγκειται στην ίδια τη γένεση της λέξεως «εργασία», πον θα είναι μακρόχρονη, όσο και επίπονη. Επί μακρόν, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι άνθρωποι δεν αναζητούν εργασία, αλλά έργο (oeuvre). Η λέξη «εργασία» (στα γαλλικά «travail») προέρχεται από τη λατινική λέξη tripalium, που σημαίνει ένα είδος τσουγκράνας με τρία δόντια, η οποία αποτελεί όργανο βασανισμού… Η γένεση της λέξης είναι από φιλοσοφικής απόψεως ιδιαιτέρως σημαίνουσα. Ενας ιστορικός όπως εγώ δεν μπορεί παρά να εντυπωσιασθεί από μια τέτοια παραδρομή. Μπαίνει κανείς τελικά στον πειρασμό να αναρωτηθεί αν η έννοια της εργασίας υπέστη διαστρέβλωση ταυτιζομένη με τον καταναγκασμό, ώστε να αποτελεί τελικά ένα είδος χαμένης ευκαιρίας.

Για την αγορά εργασίας στη Γερμανία

Το έγκυρο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel δημοσιεύει σήμερα στην αγγλική του έκδοση ορισμένα στατιστικά στοιχεία που είναι αποκαλυπτικά για την πορεία του καπιταλισμού στη Γερμανία. Αν η Γερμανία αποτελεί την ατμομηχανή της Ευρώπης σ’ έναν έντονα ανταγωνιστικό κόσμο, τα στοιχεία αυτά μας βοηθούν να καταλάβουμε ποια είναι η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον παγκόσμιο καπιταλιστικό ανταγωνισμό και ποια τύχη επιφυλάσσεται στους εργαζόμενους σ’ αυτήν. Επίσης μας δίνουν το μέτρο της γερμανικής κυριαρχίας στην ΕΕ σ’ ό,τι αφορά το ζήτημα της εργασίας και της αμοιβής της.

Επειδή σπανίως τέτοια στοιχεία βρίσκουν τον δρόμο προς τη δημοσιότητα στα ελληνικά έντυπα, η Χελώνα παίρνει την πρωτοβουλία να μεταφράσει το σχετικό δημοσίευμα για να τεθεί στη διάθεση των ελλήνων αναγνωστών.

Η ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΚΡΥΒΕΙ ΤΗ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Πέρσι, ο αριθμός-ρεκόρ των 40,4 εκατομμυρίων ατόμων απασχολούνταν στην Γερμανία. Όμως, πίσω από τους ισχυρούς αριθμούς, κρύβεται μια ανησυχητική δομική αλλαγή. Η βιομηχανία, η παραδοσιακή ατμομηχανή της Γερμανικής οικονομίας, βλέπει τη σημασία της να μειώνεται.

Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, βγαίνει από τη χειρότερη οικονομική κρίση εδώ και δεκαετίες – και είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι περίμεναν οι περισσότεροι. Οι στατιστικές της εργασίας του προηγούμενου έτους δείχνουν την έκταση της ανάρρωσης: Οι εργαζόμενοι στην Γερμανία είναι περισσότεροι από ποτέ.

Το 2010, κατά μέσο όρο εργάζονταν 40,37 εκατομμύρια άνθρωποι. Αυτό σημαίνει την αύξηση των θέσεων εργασίας κατά 197.000 σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές. Το προηγούμενο ρεκόρ είχε επιτευχθεί το 2008. Το 2009, το εργατικό δυναμικό μειώθηκε κατά 45.000 μόνο, παρά την έντονη οικονομική ύφεση.

Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις, η ανεργία στη Γερμανία έπεσε στο 6,8%, από 7,4% το προηγούμενο έτος, και κάτω από πολλούς ευρωπαίους εταίρους της χώρας. Ωστόσο, παρά τις στατιστικές, είναι πολύ νωρίς για πανηγυρισμούς.

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΥΡΡΙΚΝΩΝΕΤΑΙ

Μια πιο αναλυτική ματιά, οι εντυπωσιακοί αριθμοί κρύβουν μια λιγότερο επιθυμητή τάση: Η έκρηξη της αγοράς εργασίας έχει συμβεί στα πιο περιθωριακά και ασταθή τμήματα της οικονομίας.

Για παράδειγμα, περίπου 5 εκατομμύρια Γερμανοί έχουν μισθό μόνο 400 ευρώ τον μήνα και πάνω από 2,2 εκατομμύρια συμπληρώνουν τα εισοδήματά τους με δεύτερες δουλειές.

Στο μεταξύ, αυξανόμενες ποσότητες αυτών που αναζητούν ασφαλή απασχόληση καταλήγουν σε πρακτορεία προσωρινής εργασίας, σ’ έναν κλάδο που διαρκώς μεγαλώνει. Παρά τις προβλέψεις για την ισχυρή οικονομική προοπτική της χώρας, πάνω από 900.000 Γερμανοί μπορούν να εργαστούν μόνο αν και όταν είναι αναγκαίοι.

Οι πιο πρόσφατες στατιστικές επίσης δείχουν ότι η γερμανική οικονομία βρίσκεται στη μέση μια δομικής αλλαγής. Πέρσι, σχεδόν τα τρία τέταρτα των εργαζομένων εργάζονταν στον ανερχόμενο κλάδο των υπηρεσιών. Το 1991, λιγότερο απ’ το 60% εργάζονταν σ’ αυτόν τον κλάδο, ενώ το 2010 το ποσοστό αυτό είχε αυξηθεί σε 73,5%.

Μια σημαντική αλλαγή είναι εν όψει στον κλάδο της βιομηχανίας, που είδε τη συμμετοχή του στην απασχόληση να μειώνεται από το 1991 από 29,3% στο 18,9%. Στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, ο πολύ σημαντικός βιομηχανικός κλάδος της Γερμανίας έχανε μια ποσοστιαία μονάδα κάθε χρόνο.

Ποιος θέλει ν’ αγοράσει την Τράπεζα Πειραιώς;

Διαβάζουμε σήμερα στο Βήμα, αλλά και σε άλλες εφημερίδες:

Προσαρμόζονται στην κρίση οι τράπεζες και στις αναδουλειές που έχει φέρει στον κλάδο η ύφεση και εφαρμόζουν ευέλικτες μορφές εργασίας. Η Τράπεζα Πειραιώς με στόχο να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας και ταυτόχρονα να μειώσει το λειτουργικό της κόστος, προτείνει στο προσωπικό της, σε εθελοντική βάση, να βγει σε προσωρινή αργία για δύο ή τρία χρόνια και να εισπράττει για το διάστημα αυτό το 40% και 50% του μισθού του αντιστοίχως.

Χμ, αυτή δεν ήταν η τράπεζα που ήθελε το καλοκαίρι ν’ αγοράσει το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και την Αγροτική Τράπεζα;

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και οι καλύτεροι πελάτες της

Η Χελώνα επεσήμανε προ ημερών, μ’ αφορμή την επιχειρηματική σύμβαση εργασίας που υπέγραψε το εργοδοτικό σωματείο της G4S, ένα περσινό άρθρο του σημερινού πρωθυπουργού για τις εργολαβίες του δημοσίου και την προστασία των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα που απασχολούνται σ’ αυτές τις εργολαβίες. Ξαναδιαβάστε το άρθρο. Κι άλλη μια φορά. Διαβάστε τώρα και τις δηλώσεις της υπουργού εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης για να δείτε τι πάει να πει κωλοτούμπα, πολιτική ανεντιμότητα και καιροσκοπισμός:

«Το υπουργείο δεν μπορεί να μπαίνει σε θέματα συμβάσεων που οι κοινωνικοί εταίροι αποφάσισαν» είπε, παραπέμποντας στα δικαστήρια τις ενστάσεις που διατυπώνονται κατά της νομιμότητας των επιχειρησιακών συμβάσεων.

Και παρακάτω, επαναλαμβάνει μετά την χλιαρή αντίδραση της ΓΣΕΕ:

Η υπουργός διευκρίνισε ότι: Πρώτον, η θέση του υπουργείου είναι υπέρ της σύναψης συλλογικών συμβάσεων που διασφαλίζουν τον υγιή ανταγωνισμό και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και αποτρέπουν την «εργασιακή ζούγκλα». Δεύτερον, βρίσκεται σε εξέλιξη διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους για την προώθηση ρύθμισης που αφορά την εφαρμογή διατάξεων αναφορικά με τις ΣΣΕ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Ν. 3845/10. Τρίτον, το υπουργείο δεν παρεμβαίνει στις συλλογικές συμβάσεις που έχουν υπογραφεί ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους και ο έλεγχος νομιμότητας των συμβάσεων ασκείται από τη Δικαιοσύνη» επισημαίνεται στην ανακοίνωση του υπουργείου.

Ο Ν. 3845/10 είναι το διαβόητο μνημόνιο. Στο άρθρο 2 παρ. 7, διαβάζουμε:

7. Οι όροι των Ομοιοεπαγγελματικών και Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν να αποκλίνουν έναντι των αντίστοιχων όρων Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας, καθώς και των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και οι όροι των Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν να αποκλίνουν έναντι των αντίστοιχων όρων Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

Για όσους δεν κατάλαβαν ακόμα, δεν έχουν μείνει και πολλά περιθώρια. Ή ξυπνάμε και κινούμαστε, ή θα βρεθούμε σύντομα στον πάτο του πηγαδιού. Διαλιέχτε.

Προεκλογικά ψέματα του Γιώργου Παπανδρέου για τα εργατικά δικαιώματα

Η καλή δημοσιογράφος Χριστίνα Κοψίνη μάς ενημερώνει με άρθρο της στην Καθημερινή της Κυριακής ότι υπογράφτηκε η πρώτη επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, που καθορίζει αμοιβές κατώτερες από τα χαμηλότερα όρια ημερομισθίων και μισθών της Eθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Eργασίας.

Δεν είναι αναγκαίο για όποιον ζει στην πραγματική ζωή να επιχειρηματολογήσει για το γεγονός ότι η πραγματικότητα του «κόσμου της δουλειάς» δεν έχει σχέση με την μαγική εικόνα της Eθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Eργασίας, ειδικά σ’ ό,τι αφορά τον ιδιωτικό τομέα. Η Χελώνα θέλει επίσης να επισημάνει ότι αυτό δεν αφορά μόνο τις μη προνομιούχες θέσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα, αλλά και τις πιο προνομιούχες μισθολογικά θέσεις.

Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι η επισημοποίηση αυτής της κατάστασης ξεκινά από έναν κατεξοχήν ευέλικτο και θολό κλάδο, αυτόν των «εταιρειών ασφαλείας». Η Κοψίνη μάς πληροφορεί ότι

[τ]ο πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της πρώτης, κάτω των κατώτατων ορίων, σύμβασης είναι ότι συνδέεται και με τους όρους που θέτει ο πελάτης της εταιρείας. Δηλαδή, το ύψος των αμοιβών καθορίζεται βάσει των δυνατοτήτων που έχει ο πελάτης με τον οποίο η εταιρεία θα παράσχει υπηρεσίες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Δεν έχει περάσει και τόσο πολύς καιρός, λιγότερο από δυο χρόνια, από την επίθεση με βιτριόλι εναντίον της Κωνσταντίνας Κούνεβα. Η Κούνεβα, εργαζόμενη στην εταιρεία καθαρισμού ΟΙΚΟΜΕΤ ΑΕ εργαζόταν στους σταθμούς του ΗΣΑΠ.

Το πολύμορφο κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε όσο η Κωνσταντίνα Κούνεβα βρισκόταν στον Ευαγγελισμό παλεύοντας για τη ζωή της, έβαλε ένα κομβικό ζήτημα: Δεν γίνεται το κράτος ή κρατικές επιχειρήσεις να δίνουν εργολαβίες σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία και να μην τις ελέγχει γι’ αυτό.

Δυστυχώς, αυτό το κίνημα αλληλεγγύης δεν κατάφερε να πετύχει και πολλά πράγματα – πέτυχε πάντως να κρατηθεί στην επικαιρότητα αρκετά για να αναγκαστούν τα πολιτικά κόμματα ν’ ασχοληθούν με το ζήτημα, κάποτε μάλιστα επιχειρώντας να καρπωθούν εκλογικά τις κινητοποιήσεις.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο νυν πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, υπό την ιδιότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δημοσίευσε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα στις 22.2.09 ένα άρθρο το οποίο αξίζει ν’ αναδημοσιευθεί εδώ και παντού, και να διαβαστεί δυνατά στις αποβάθρες του ΗΣΑΠ, στην πλατεία Συντάγματος, έξω από το σπίτι του στο Καστρί, στο γυμναστήριο της Βουλής κι όπου αλλού θελήσει να το μεταφέρει η ένταση της φωνής του αναγνώστη. Κι αυτό διότι το ψέμα έχει κοντά ποδάρια και οι σημερινές εξελίξεις αποδεικνύουν για πολλοστή φορά πώς το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ επεδίωξε και πέτυχε να παραπλανήσει το εκλογικό σώμα τον περασμένο Οκτώβρη. Οι υπογραμμίσεις έγιναν από τη Χελώνα κι αφορούν το ζήτημα των επιχειρηματικών συμβάσεων κάτω από τη γενική συλλογική σύμβαση εργασίας – αλλά μην το δείτε έτσι περιορισμένα το πράγμα, διότι η μέθοδος είναι η ίδια σε κάθε πεδίο άσκησης εξουσίας από την σημερινή κυβέρνηση:

Έχουν περάσει 60 περίπου μέρες από τη δολοφονική επίθεση κατά της εργαζόμενης μετανάστριας και συνδικαλίστριας Κωνσταντίνα Κούνεβα. Μια ευνομούμενη και δίκαιη πολιτεία θα όφειλε καταρχήν να εξιχνιάσει ταχύτατα το έγκλημα και να στηρίξει την ίδια και την οικογένειά της. Μια ευνομούμενη και δίκαιη πολιτεία με αφορμή το περιστατικό αυτό θα όφειλε να προχωρήσει σε ρήξη με τα κυκλώματα των εταιριών και καθαρισμού στο Δημόσιο αλλά και σε σημαντικές τομές, για την αύξηση  της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Δυστυχώς τίποτε από όλα αυτά δεν έχει γίνει!

Είναι ώρα η ελληνική πολιτεία να σταθεί δίπλα στην Κωνσταντίνα Κούνεβα με έργα, όχι με λόγια. Η πλήρης κάλυψη της νοσηλείας, η οικονομική ενίσχυση αλλά και η τιμητική της πολιτογράφηση ως Ελληνίδα είναι το ελάχιστο δείγμα αναγνώρισης από το κράτος που τη φιλοξένησε και που δεν μπόρεσε ούτε μπορεί ως σήμερα να κατοχυρώσει και να προστατέψει έμπρακτα τα αυτονόητα ανθρώπινα και εργασιακά της δικαιώματα.

Είναι ώρα με αφορμή την προσωπική αυτή τραγωδία να θέσουμε τέρμα στην ανοχή αυτής της κατάστασης. Είναι ώρα να σπάσει ένα απόστημα ετών, και να δοθεί οριστικό τέλος στο σύστημα «σκοτεινών» εργολαβιών που δίδονται σε εταιρείες παροχής υπηρεσιών, κυρίως καθαρισμού και φύλαξης, σε υπουργεία, νοσοκομεία και άλλους δημόσιους οργανισμούς, οι οποίες λυμαίνονται το δημόσιο χρήμα, βασιζόμενες στο χαμηλό εργατικό κόστος. Και αυτό με βάναυση παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων, και μέσα από ένα κλίμα εκφοβισμού και τρομοκρατίας των εργαζομένων.

Η σημερινή εργατική τάξη της χώρας μας αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από μετανάστες. Είναι ώρα να διατρανώσουμε το αυτονόητο ότι και οι μετανάστες είναι άνθρωποι. Και έχουμε χρέος να προστατεύσουμε τα δικαιώματά τους ως εργαζόμενοι και να απονείμουμε -με κατάλληλες διαφανείς διαδικασίες – το δικαίωμά τους αυτοί και τα παιδιά τους να γίνουν Έλληνες πολίτες.

Κανείς δεν δικαιούται να κάνει τον ανήξερο. Γιατί δεν μπορεί το κράτος να μην ελέγχει. Γιατί δεν μπορεί να μην λαμβάνονται υπόψη οι καταγγελίες εργαζομένων. Γιατί δεν μπορεί το Δημόσιο να συνεχίζει να λαμβάνει τέτοιου είδους «προσφορές», κάνοντας ότι δεν ξέρει τι υποκρύπτουν, και να δέχεται τις υπηρεσίες των εταιριών αυτών, γεγονός που αυτόματα το καθιστά συνένοχο.

Φτάνει πια! Η επίθεση κατά της Κωνσταντίνας Κούνεβα πρέπει να απαντηθεί σκληρά απ’ όλους μας. Με την αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών, με αυξημένο κύρος, κανονιστικό πλαίσιο, στελέχωση και εξοπλισμό. Με τη ριζική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το Δημόσιο συναλλάσσεται με επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών καθαρισμού και φύλαξης. Με την καθιέρωση πλήρους διαφάνειας σε κάθε πράξη έτσι ώστε να καταπολεμήσουμε τη  διαφθορά και τα κυκλώματα των «ημετέρων», κάθε χρωματικής απόχρωσης,  που «κάνουν δουλειές» με το δημόσιο κορβανά, με τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη. Εμείς σε αυτά δεσμευόμαστε.

Δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για ανοχή ούτε για ολιγωρία από κανέναν.

Φαντάζομαι ότι όποιος θα ήθελε να υπερασπίσει σήμερα τον ΓΑΠ θα έλεγε ότι, πράγματι, νομιμοποιώντας τις επιχειρηματικές συμβάσεις κάτω από τη γενική, δίνει τέλος στην αυθαιρεσία των επιχειρήσεων. Αλλά τείνω να χάσω το χιούμορ μου.

Ας παρατηρήσουμε, τέλος, ότι η έμπρακτη απάντηση της επιχείρησης, όπως φαίνεται στο παραπάνω παράθεμα από το άρθρο της Καθημερινής, είναι απολύτως εύστοχη σε σχέση με το κεντρικό επιχείρημα του κινήματος αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα. Αυτό είναι ένα μάθημα από την ανάποδη για το πώς κανείς πρέπει να κινείται στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού.

Κλειστό το κέντρο από περιφερόμενο θίασο διαδηλωτών

40.000 διαδηλωτές στην Κοπεγχάγη, φωτό Adrian Joachim

Εντάξει, κλέβω: είναι το κέντρο της Κοπεγχάγης.

μέσω 40,000 demonstrate in Copenhagen – Politiken.dk.