Μαθήματα ιστορίας απ’ την αντιτρομοκρατική

Γράφει σήμερα η Καθημερινή ότι «πηγές» της αστυνομίας συνδέουν τον Χριστόδουλο Ξηρό με τους εκτελεστές του Νέου Ηρακλείου, διότι, λέει, κι οι δυο κάνουν αναφορές σε εμφύλιο πόλεμο. Η δικαιολόγηση ακολουθεί:

Πράγματι, στην προκήρυξή τους οι «Μαχόμενες Επαναστατικές Λαϊκές Δυνάμεις» ανέφεραν ότι «ο εμφύλιος υποβόσκει εδώ και καιρό (…). Τον εμφύλιο δεν τον φαντασιωνόμαστε εμείς. Υπάρχει και μόνο η στρουθοκάμηλος δεν τον βλέπει. Είναι μια πραγματικότητα που θα αποκαλυφθεί στο άμεσο μέλλον με πιο σκληρό τρόπο». Κάλεσμα σε εμφύλιο απηύθυνε στο κείμενο – μανιφέστο του και ο Ξηρός: «Θα χτίσουμε το ΕΑΜ της εποχής μας (…) Ο Αρης (σ.σ. Βελουχιώτης) βγήκε στο βουνό με άλλους οκτώ και με πέντε τουφέκια μόνο. Εμείς είμαστε περισσότεροι και το ίδιο παλαβοί για να τα βάλουμε με έναν εχθρό φαινομενικά παντοδύναμο…» έγραψε μεταξύ άλλων.

Σκέφτομαι πως ο αξιωματικός της αστυνομίας που ομιλεί ανωνύμως στην εφημερίδα κατά βάθος μιλά την ίδια γλώσσα με τον Χριστόδουλο Ξηρό. Πόσα να πει κανείς για να το δικαιολογήσει αυτό; Ας μην πει κιόλας. Να μια φωτογραφία-χίλιες λέξεις από τον «πρώτο γύρο»:

Το Εθνικό Συμβούλιο (η Βουλή της Ελεύθερης Ελλάδας δηλαδή) συνεδριάζει στο δημοτικό σχολείο των Κορυσχάδων, 1944

Το Εθνικό Συμβούλιο (η Βουλή της Ελεύθερης Ελλάδας δηλαδή) συνεδριάζει στο δημοτικό σχολείο των Κορυσχάδων, 1944

Advertisements

Εικοστές πρώτες Απριλίου

Ο Δήμητρης Ρηγόπουλος γράφει στην Καθημερινή:

Η 21η Απριλίου είναι μία ημερομηνία που έχει καταχωρισθεί στο συλλογικό ασυνείδητο με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Ομως, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, η 21η Απριλίου του 1963 ήταν ημέρα γιορτής για την Αθήνα.

Τα εγκαίνια του Χίλτον εξελίχθηκαν στο κοσμικό γεγονός της χρονιάς, παρουσία του ίδιου του Κόνραντ Χίλτον ο οποίος έσπευσε να χαρακτηρίσει το κτίριο «το ωραιότερον Χίλτον του κόσμου».

Το ξαναγράψιμο της ιστορίας είναι αγαπημένη ασχολία στις μέρες μας. Κι έτσι, για τον δημοσιογράφο της Καθημερινής το ξεχωριστό γεγονός της 21ης Απριλίου 1963 είναι το κοσμικό γεγονός των εγκαινίων του ξενοδοχείου, κι όχι ότι λίγες εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα η αστυνομία πόλεων απαγόρευε την πρώτη μαραθώνια πορεία ειρήνης – αυτήν  που κατόρθωσε να κάνει μόνος ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης – συλλαμβάνοντας 1100 άτομα.

nea19630422

Η ανασκευή του παρελθόντος είναι αδήριτη ανάγκη των σφετεριστών του παρόντος και του  μέλλοντος. Θα τους αφήσουμε;

Η κρίση, τα παιδιά, η Αθήνα, ο δήμαρχος, οι παιδικές χαρές και η Νταίζη

Το καλοκαίρι του 1932 η μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε μετά το κραχ της Γουόλ Στριτ είχε χτυπήσει για τα καλά και την ελληνική κοινωνία. Αποτυπώματα αυτής της κατάστασης βρίσκουμε στον τύπο της εποχής. Το παρακάτω άρθρο, επιφυλλίδα θα το έλεγε κανείς, δημοσιεύτηκε στις 2 Ιουλίου 1932 στην εφημερίδα Ακρόπολις και υπογράφεται από την «Νταίζη». Προφανώς, όπως και σε κάθε εποχή του ελληνικού τύπου ορισμένες σκοπιμότητες κρύβονται πίσω από το δημοσίευμα. Δεν γνωρίζω τίνος ήταν αυτό το ψευδώνυμο και διατηρώ μια επιφύλαξη για το αν αυτό ανήκε σε γυναίκα ή άνδρα συντάκτη, με μάλλον επικρατέστερη εκδοχή τη δεύτερη. Όμως επειδή ολοένα και περισσότερα πράγματα σήμερα αρχίζουν να μοιάζουν με το παρελθόν που περιγράφεται σε αυτό το άρθρο, η Χελώνα αποφάσισε να το αναδημοσιεύσει. Παραλείπεται ο πολυτονισμός και εξομαλύνονται σιωπηρά κάποιες ορθογραφικές ιδιαιτερότητες της εποχής, για να μπερδέψετε ευκολότερα τις εποχές.

ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΚΗΠΟΙ

Το παιδί για ν’ αναπτυχθεί έχει ανάγκη από ήλιο, από θάλασσα, από βουνό. Μέσα στα πτωχικά σπιτάκια, τα ανήλια και μελαγχολικά, που δεν τα φωτίζουν ποτέ οι αχτίνες του ήλιου, το παιδί, το έμψυχο αυτό λουλούδι της φύσεως, μαραίνεται και φθίνει. Την ημέρα σκυμμένο απάνω σε βιβλία και τετράδια, και το βραδάκι κλεισμένο στους τέσσερες τοίχους μιας σκοτεινής καμαρούλας που συγκεντρώνει πολλές φορές όλη την οικογένεια, και που μυρίζει μούχλα, χάνει τα χρώματά του, αδυνατεί, πεθαίνει από μαρασμό. Η τροφή του είναι λιτή και τόσο λίγη! Με την κρίση και την ανεργία γίνεται όλο και χειρότερη. Τι μπορούν να δώσουν οι φτωχοί γονείς στα παιδιά τους άμα δεν υπάρχουν δουλειές, άμα ο πατέρας κάθεται και κλαίει τη μοίρα του στο σπίτι ή περνάει ολόκληρες ώρες στην ταβέρνα ρουφώντας σπίρτο αντί κρασί, που τον μεθάει, και τον κάνει να γυρίζει στο σπίτι του θηρίο ανήμερο; Η γυναίκα του ξενοδούλευε ως τώρα, και με το ημερομίσθιό της πολλές φορές συντηρούσε όλη την οικογένεια. Τώρα οι δουλειές σπανίζουν. Όλοι κάνουν οικονομίες.

Η λέξη «κρίση» είναι της μόδας, και δυστυχώς τη μεταχειρίζονται και κείνοι που έπρεπε να την ξεγράψουν από το λεξιλόγιό τους, γιατί δεν έχει τον τόπο της.

Το ερμάρι στα φτωχόσπιτα είν’ άδειο, και ο έρως πάει περίπατο. Τον διαδέχθηκε η γκρίνια, κόρη της ανεργίας και της αναπαραδιάς. Το φτωχό παιδάκι ακούει διαρκώς φιλονικίες, άσχημα λόγια, κακοτρώει, λαγοκοιμάται, ή πετιέται τρομαγμένο από το αχυροστρωματάκι του, γιατί ξυπνάει απ΄τις βρισιές που ανταλλάσουν οι γονείς του, καμιά φορά και από το ξύλο που πέφτει.

Περισσότερο απ’ όλα τα χρόνια το παιδί του λαού έχει ανάγκη από ύπαιθρο, από νερό, από ήλιο.

Ονειρεύεται τριανταφυλλένια ακρογιάλια και την αμμουδιά που χαϊδεύει το κυματάκι και που θα χτίζει τα σπιτάκια του παίζοντας με άμμο. Ονειροπολείς τις πολύχρωμες πεταλούδες που θα κυνηγάει με τους συντρόφους των παιχνιδιών του, το κρυφτούλι. Όλα όμως τα παιδάκια του λαού δεν μπορούν να πάνε στις ωραίες παιδικές εξοχές της Βούλας.

Ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Μερκούρης έλυσε το πρόβλημα. Οι παιδικοί κήποι είναι ένα κοινωνικό θαύμα και εκτείνεται σε πολλές συνοικίες, χάρις στην επιμονή του και στην ευεργετική και απεριόριστη δράση του.

Χθες βράδυ πήγα στον παιδικό κήπο συνοικίας Αγίου Παντελεήμονος. Ομολογώ πως συγκινήθηκα υπερβολικά, παρακολουθώντας με το βλέμμα μου τα παιδάκια, που παίζανε κρυφτούλι μετά το λουτρό τους. Πηδούσαν σαν τα ζαρκάδια, και τα κορμιά τους έμοιαζαν με μπρούντζινα αγαλματάκια.

Μια μάνα του λαού ευλογούσε τον δήμαρχο μιλώντας με μια συντρόφισσά της. Την πλησίασα για να τη ρωτήσω μερικές λεπτομέρειες.

Ο παιδικός κήπος, μούπε, είναι ένα θαύμα για τα παιδιά μας, Κυρία. Θάταν καταδικασμένα αλλιώς νάναι κλεισμένα σ’ ένα ανήλιο και φτωχικό δωμάτιο, που μυρίζει υγρασία και μούχλα, και θα μαραίνονταν σαν τα λουλούδια που ξηραίνονται χωρίς ήλιο και νερό.

Είχε δίκιο: κοντά στην ανθοστολισμένη χαβούζα, τα παιδάκια του λαού χόρευαν τώρα ένα πρωτότυπο χορό δικό τους, ενώ η μουσική – είχε και μουσική χθες και θάχει εκ περιτροπής στους παιδικούς κήπους – έπαιζε την Ριρίκα και άλλα λαϊκά τραγούδια.

Αφού όλα τα παιδάκια δεν μπορούν να πάνε στην εξοχή, ν’ αναπνέουν θαλάσσιο ή βουνίσιον αέρα, απολαμβάνουν τουλάχιστο το ευεργετικό τους θαλάσσιο λουτρό και μέσα στην μεθυστική ευωδιά των λουλουδιών ζουν ευχάριστες στιγμές, ξεχνούν την κακομοιριά που είναι στο σπίτι τους, τους καβγάδες, τα φαρμακερά λόγια, το ξύλο. Βρίσκονται όλη τη μέρα σ’ έναν άλλο κόσμο ιδανικό και όμορφο και το βράδυ κουρασμένα κοιμούνται έναν ύπνο χωρίς όνειρα, όπως τα μωρά στην κούνια τους. Αυτό το ωραίο όνειρο το χρωστούν τα παιδάκια των Αθηνών στον δήμαρχό τους, τον κ. Μερκούρη.

Εργασία, αυτό το προπατορικό αμάρτημα!

Η Χελώνα αναδημοσιεύει, ένεκα της ημέρας, μια συνέντευξη του Γάλλου ιστορικού Jacques Le Goff στον Gerard Miller, στην οποία, ανάμεσα στ’ άλλα, αναφέρεται και στις μεταπτώσεις της χριστιανικής ηθικής διδασκαλίας καθώς το άρμα της ιστορίας παράσερνε τον παλιό κόσμο. Η συνέντευξη είχε δημοσιευθεί στα ελληνικά στο Βήμα της 29ης Αυγούστου 1993.

Για αιώνες, η εργασία είχε τον χαρακτήρα μετάνοιας και η μη-εργασία αποτελούσε, τρόπον τινά, ιδεώδη κατάσταση σύμφωνα με την αντίληψη της Εκκλησίας. Ασφαλώς η μη-εργασία δεν εξισωνόταν με την τεμπελιά, αλλά με ένα ιδιαίτερο είδος αργίας πον συνίστατο στο να αφιερώνει κανείς τον χρόνο τον στην υπηρεσία και τη λατρεία τον θεού.
Με τον αριθμό των Ευρωπαίων που έχουν βρεθεί χωρίς δουλειά να ανέρχεται σε εκατομμύρια και το μέλλον να διαγράφεται σκοτεινό, η ανεργία αποτελεί πλέον τον εφιάλτη της Γηραιάς Ηπείρου. Εν τούτοις, όσο και αν έχουμε την εντύπωση ότι είναι φαινόμενο σύγχρονο, η Ιστορία μας διδάσκει ότι η ανεργία δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην εποχή μας και, πράγμα ενδιαφέρον, ότι δεν είχε πάντοτε την ίδια σημασία. Ποιες είναι όμως οι καταβολές της ανεργίας και, κυρίως, ποια η σχέση της με την εργασία; Πιο συγκεκριμένα: Πότε η εργασία αναγορεύθηκε σε αξία και σε μόνο αποδεκτό τρόπο να αποκομίσει κανείς τα προς το ζην, ενώ η ανεργία (και πόσο μάλλον η αεργία) άρχισε να περιβάλλεται από απαξία; Ο Jacques Le Goff, διευθυντής του ιστορικού περιοδικού «Annales» και ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της Νέας Ιστορίας, προσεγγίζει τα παραπάνω ζητήματα σε πρόσφατη συνέντευξή του. Ανατρέχοντας πίσω στον Μεσαίωνα, ο Le Goff εξετάζει την εξέλιξη των εννοιών της εργασίας και της ανεργίας, αναλύοντας τη σχέση τους με την οργάνωση της οικονομίας και τον χριστιανισμό.

Η αγωνία της ανεργίας είναι τόσο μεγάλη σήμερα που έχουμε την εντύπωση ότι είναι πρόσφατη. Εν τούτοις δεν είναι ο 20ός αιώνας που την επινόησε.

Φυσικά και όχι. Από το μέσον τον 13ου αι. μία οξεία οικονομική κρίση έπληξε τη Δύση και διέκοψε την ανάπτυξη που είχε αρχίσει να σημειώνεται από το 1000 μ.Χ. και εφεξής. Από το 1260 καταγράφονται οι πρώτες απεργίες στη Γαλλία. Μολονότι δεν είναι οι πρώτες στάσεις εργασίας – καθηγητές και φοιτητές είχαν αναλάβει αντίστοιχες πρωτοβουλίες το 1229 -, αποτελούν ουσιαστικά ένα σημείο τομής.

Γιατί ως το μέσον τον 13ου αι. κανένας στη Γαλλία δεν ήταν χωρίς εργασία;

Ας πούμε πως μέχρι τότε το πρόβλημα – πον ήταν άλλωστε περιστασιακό – της ελλείψεως ή της απώλειας εργασίας επελύετο συνήθως χωρίς περιπλοκές. Αν ένα άτομο βρισκόταν χωρίς δουλειά, τότε ξαναγύριζε στην οικογενειακή εστία, ζώντας και δουλεύοντας με τους γονείς του. Όμως η μαζική μετανάστευση οτις πόλεις και η συνακόλουθη εμφάνιση της πυρηνικής οικογένειας – άνδρας, γνναίκα, παιδιά – μετέβαλε την κατάσταση. Τώρα, το να βρεθεί άνεργος ο πατέρας έθετε σε κίνδυνο την επιβίωση ολόκληρης της οικογένειας. Εξ ου και η εξεύρεση εργασίας άρχισε να αποτελεί παράγοντα ανησυχίας.

Τι είδους συμπτώματα συνόδευαν την ανησυχία εκείνη;

Κοιτάξτε, οι μαρτυρίες που διαθέτουμε είναι, βεβαίως, μόνον έμμεσες. Παραδείγματος χάριν, θα πρέπει μάλλον να αποδώσουμε κάποιες περιπτώσεις αυτοκτονίας που έλαβαν χώρα στο τέλος του 13ου ή την αρχή του 14ον αι. στην ανεργία. Φαίνεται επίσης ότι ορισμένα νοσοκομεία άρχισαν να δέχονται ως ασθενείς ανθρώπους των οποίων η κατάσταση, τηρουμένων των αναλογιών, εξισώνεται με τους ανέργους του σήμερα. Την εποχή εκείνη, με την εξαίρεση φυσικά της Εκκλησίας, τα νοσοκομεία ήταν τα μόνα ιδρύματα που θα μπορούσαν να υποδεχθούν, να περιθάλψουν και ενδεχομένως να βοηθήσουν κοινωνικά τονς ανέργους.

Εν τούτοις η ανατροπή αυτή που πραγματοποιείται κατά τον Μεσαίωνα έχει και έναν χαρακτήρα συμβολικό, δεν είναι έτσι; Άλλωστε η εργασία δεν αποτελούσε πάντοτε αξία.

Στην αρχή η εργασία, ακόμη και για τον χριστιανισμό, περιβάλλεται από αρνητική αξία, όντας συνδεδεμένη με το προπατορικό αμάρτημα! Ο Αδάμ και η Εύα δεν καταδικάστηκαν από τον Θεό να εργάζονται διότι αμάρτησαν; Για αιώνες η εργασία είχε τον χαρακτήρα μετάνοιας και η μη-εργασία αποτελούσε, τρόπον τινά, ιδεώδη κατάσταση σύμφωνα με την αντίληψη της Εκκλησίας. Ασφαλώς η μη-εργασία δεν εξισωνόταν με την τεμπελιά, αλλά με ένα ιδιαίτερο είδος αργίας που συνίστατο στο να αφιερώνει κανείς τον χρόνο τον στην υπηρεσία και τη Λατρεία του Θεού.
Στην Καινή Διαθήκη, το κείμενο αναφοράς είναι το επεισόδιο της Μάρθας και της Μαρίας. Όταν ο Ιησούς τις επισκέπτεται, η Μάρθα δραστηριοποιείται, ετοιμάζει το γεύμα, καθαρίζει το σπίτι, ενώ αντιθέτως η Μαρία, καθισμένη μπροστά στα πόδια του Ιησού, αρκείται στο να τον ακούει. Μετά από λίγο, εκνευρισμένη, η Μάρθα απευθύνεται στον Ιησού ζητώντας του να πει στην αδελφή της να την βοηθήσει. Ο Ιησούς όμως της απαντά ότι είναι εκείνη (η Μαρία) που κάνει αυτό που πρέπει. Πρόκειται για μία αντίληψη πραγμάτων που, κυριολεκτικά, θα αναποδογυριστεί κατά τη διάρκεια του 12ου αι., όπου άλλωστε σημειώνονται και αρκετές προσπάθειες αποκαταστάσεως της εργατικής Μάρθας.
Η κοινωνία της οικονομικής ανάπτυξης, που έχει ανάγκη από εργατικά χέρια, θα αποδώσει ηθική αξία στην εργασία και θα την περιβάλει με ένα θετικό ψυχολογικό περιβάλλον. Η εργασία δεν θα είναι πλέον κατάρα, θα μεταβληθεί σε ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, ένας τρόπος να συμπληρώσει κανείς το έργο του Θεού. Η Εκκλησία θα συμφιλιώσει τη θεϊκή με την ανθρώπινη δημιουργία.

Συνεπώς πρόκειται για την ανακάλυψη της εργασίας, της ανεργίας και, φαντάζομαι, του ελεύθερου χρόνου.

Ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο άνθρωπος αποκτά συναίσθηση των ορίων της φυσικής αντοχής του, καθώς και της ανάγκης για ανάπανση. Δεν έχει κανείς παρά να αναλογισθεί τη σημασία της λατινικής λέξης recreatio, που αναφέρεται στην ανα-δημιουργία, άρα ουσιαστικά στην επανεύρεση των δυνάμεων μας. Η αναψυχή εκλαμβάνεται πλέον ως πράξη θεμελιώδους σημασίας, συνεπώς – και αυτό αποτελεί νεωτερισμό – ο προϊστάμενος που δεν εξασφαλίζει στον υφιστάμενό του ελεύθερο χρόνο, ανάπαυση και αναψυχή διαπράττει ατόπημα.

Τα κατ’ ιδίαν επαγγέλματα επωφελούνται από την αξία που αποδίδεται στην εργασία;

Η διάκριση μεταξύ νόμιμων και παράνομων επαγγελμάτων παραμένει, εν τούτοις η αξιολογική αναβάθμιση της εργασίας ωφελεί κυρίως τα επαγγέλματα που ως τότε ρητά καταδίκαζε η Εκκλησία. Ουσιαστικά η κοινωνία και η Εκκλησία κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όλα τελικά χρειάζονται… Έτσι, αποκαθίστανται όλων των ειδών τα απαγορευμένα επαγγέλματα, όπως εκείνα του εμπόρου, τον πανδοχέως. Φυσικά, σε κάθε επάγγελμα καταλογίζονταν διαφορετικά πράγματα, με αλλά λόγια ο κατάλογος των απαγορευμένων επαγγελμάτων είχε συντεθεί με βάση διαφορετικά κριτήρια. Έτσι, παραδείγματος χάριν, οι πανδοχείς κατηγορούντο ότι διηύθυναν στην ουσία οίκους ανοχής.

Οι γυναίκες ωφελούνται καθόλου από αυτή την τεράστια επιχείρηση αποκατάστασης;

Ναι, αν και χωρίς να απειληθεί η ανδρική κυριαρχία. Η Εκκλησία, που εξαρχής είχε τοποθετήσει στο επίκεντρο τη γεωργία, εξακολουθεί στις νωπογραφίες να αποδίδει στον άνδρα τις κύριες παραγωγικές εργασίες: σπορά, θερισμός, κλάδεμα των αμπέλων. Εν τούτοις, αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι η γυναίκα αναλαμβάνει σιγά-σιγά την επεξεργασία: κοσκινίζει το στάρι, γνέθει το μαλλί και καθώς η υφαντουργία γίνεται η κατ’ εξοχήν βιομηχανία του Μεσαίωνα, η γυναίκα βρίσκεται καλά τοποθετημένη προκειμένου να συμμετάσχει στην οικονομική μεταλλαγή που πραγματοποιείται.

Με το να αναγάγει όμως την εργασία σε αξία, μήπως ο Μεσαίωνας άνοιξε, κατά κάποιον τρόπο, τους ασκούς του Αιόλου; Αν είναι η εργασία που παρέχει στον άνθρωπο την υπόσταση του, είτε είναι άνδρας είτε είναι γυναίκα, τι γίνεται με αυτούς που, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, δεν εργάζονται;

Έχετε δίκιο… Μια φράση του Αποστόλου Παύλου από την Παλαιά Διαθήκη στοιχειώνει, άλλωστε, ολόκληρο τον Μεσαίωνα: Όποιος δεν εργάζεται, δεν δικαιούται τροφή. Η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα αναστάτωσε τις πρώτες χριστιανικές αλλά και εβραϊκές κοινωνίες. Διότι ουσιαστικά η άποψη αυτή θέτει το εξής δίλημμα: Οφείλει κανείς να κερδίσει την τροφή του αποκλειστικά και μόνον με την εργασία του ή μπορεί και να βασισθεί στους άλλους; Χωρίς αμφιβολία, οι πρώτοι χριστιανοί ιεραπόστολοι είχαν δείξει τον δρόμο δεχόμενοι τη φιλοξενία και τις περιποιήσεις των πιστών όταν έφθαναν σε μια πόλη. Εν τούτοις ο Παύλος ήταν αρνητικός απέναντι σε αυτές τις πρακτικές. Το πνεύμα της φράσης του, το οποίο μεταδόθηκε στη χριστιανική Δύση ως τον Μεσαίωνα, καταδίκαζε τους τυχοδιώκτες. Γι’ αυτούς προβλέπονταν καταναγκαστικά έργα, ενδεχομένως ακόμη και φυλακή. Η αναγωγή της εργασίας σε ηθική αξία επρόκειτο έτσι να δημιουργήσει ζώνες δυστυχίας.
Ούτως ή άλλως, η πιο χαρακτηριστική απόδειξη έγκειται στην ίδια τη γένεση της λέξεως «εργασία», πον θα είναι μακρόχρονη, όσο και επίπονη. Επί μακρόν, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι άνθρωποι δεν αναζητούν εργασία, αλλά έργο (oeuvre). Η λέξη «εργασία» (στα γαλλικά «travail») προέρχεται από τη λατινική λέξη tripalium, που σημαίνει ένα είδος τσουγκράνας με τρία δόντια, η οποία αποτελεί όργανο βασανισμού… Η γένεση της λέξης είναι από φιλοσοφικής απόψεως ιδιαιτέρως σημαίνουσα. Ενας ιστορικός όπως εγώ δεν μπορεί παρά να εντυπωσιασθεί από μια τέτοια παραδρομή. Μπαίνει κανείς τελικά στον πειρασμό να αναρωτηθεί αν η έννοια της εργασίας υπέστη διαστρέβλωση ταυτιζομένη με τον καταναγκασμό, ώστε να αποτελεί τελικά ένα είδος χαμένης ευκαιρίας.

Το αθηναϊκό αδιέξοδο

Η Χελώνα σκαλίζει σήμερα τα χαρτιά της. 49 χρόνια νωρίτερα (1961), ο αρχιτέκτονας Αριστομένης Προβελέγγιος μιλά στο πρώτο αρχιτεκτονικό συνέδριο των Δελφών. Η επικαιρότητα του λόγου του δεν αφορά φυσικά τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές. Η Χελώνα πιστεύει, πάντως, ότι όσο δεν ακούγονται τέτοιου επιπέδου τοποθετήσεις από τις πολιτικές δυνάμεις που επαγγέλονται την βελτίωση των πρακτικών όρων της ζωής μας, έχουμε λίγα να περιμένουμε για την επόμενη μέρα. Επειδή υπήρξε μια εποχή που τέτοιες τοποθετήσεις υπήρχαν, δεν παύει να διατηρεί την αισιοδοξία της. Αρκεί, φυσικά, οι νέες δυνατότητες διαλόγου που αναπτύσσονται και στο πεδίο του διαδικτύου να αντλήσουν από το γόνιμο παρελθόν, το οποίο για απροσδιόριστους (ή μήπως απόλυτα σαφείς;) λόγους έχει καταδικαστεί στην λήθη.

Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και ο τονισμός του πρωτοτύπου.

Τό Ἀθηναϊκό ἀδιέξοδο λοιπόν ὀφείλεται στήν ἀδυναμία τοῦ Κράτους, ἀπό τά παλαιότερα χρόνια μέχρι σήμερα, νά προγραμματίση, νά ἐπιβάλη, νά κυριαρχήση. Ἀκόμη καί στά τελευταῖα χρόνια, ὅταν μετά τίς βαθειές ἀλλαγές πού ἐπέφερε ὁ Πόλεμος στήν οἰκονομία, στήν κοινωνική μορφή καί στήν ψυχολογία, τό Κράτος εἶχε τήν εὐκαιρία νά δαμάση τό φαινόμενο τῶν Ἀθηνῶν δημιουργώντας ἔντονα τήν πολιτεία τῶν κοινῶν συμφερόντων.

Γιά λόγους τούς ὁποίους θά ἦταν ἴσως δύσκολο καί ἴσως ἀψυχολόγητο νά ἀναπτύξουμε στό Συνέδριο, τό πράγμα αὐτό δέν ἔγινε. Ἡ εὐθύνη εἶναι φυσικά μεγάλη …

Γεγονός εἶναι ὅτι ἡ ἀσυλλόγιστη ἐλευθερία, ἡ βεβαιότητα ὅτι Ἀθήνα δέν εἶναι μία συγκεκριμένη πόλι, ἀλλά ἡ πόλι ὅπου τά συμφέροντα τοῦ καθενός προωθοῦντο, ἔκανε μία παράλογη ἐπέκτασι μέ οὐσιαστική κατάληψι ὅλου του Ἀττικοῦ πεδίου, μέ πλήρη καταστροφή τῆς ζώνης πού περιέβαλε τήν Ἀθήνα καί μέ πλήρη συντριβή καί διασπορά ὅλων τῶν στοιχείων πού μποροῦσαν συνθετικά ν’ ἀποτελοῦν τήν μονάδα μεγαλόπολι-Ἀθήνα.

Τά δεινά εἶναι δύο. Τό ἕνα εἶναι ὅτι ἡ πόλι αὐτή ἔχει δημιουργήσει μία βαρύτατη ὑποθήκη στήν ἐθνική οἰκονομία γιά τό μέλλον, γιατί μέ τήν ἀσυλλογισιά τῶν ἀπ’ εὐθείας γεγονότων ἀνταλλαγῆς ἡ αὔξησι τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων καί κατά συνέπειαν τῶν ἐπ’ αὐτῶν κτιρίων δημιούργησε μία εἰς βάθος ἀνατροπή τοῦ οἰκονομικοῦ ρυθμοῦ πού ἔπρεπε νά ἔχη μία Χώρα τῆς ὁποίας τά οἰκονομικά ἀποθέματα ὅσο καί ἡ ἐν γένει παραγωγή καί ὁ βιομηχανικός ἐξοπλισμός ἦταν μετά τόν Πόλεμο ὑποτυπώδη. …

Καί τό οἰκονομικό φαινόμενο δέν σταματάει ὡς ἐδῶ. Εἶναι φανερό πώς αὐτή ἡ ὑπεραξία πού μετεβλήθη σέ μία ἀπροσδόκητη περιουσία τῶν πτωχικά ἐχόντων πρίν ἰδιοκτητῶν τούς ἐδημιούργησε ἕνα ἐπίπεδο ζωῆς ἀδικαιολογήτως καί ἀπροσδοκήτως ὑψηλό. …

Σέ Χώρα λοιπόν ἑνός χαμηλοτάτου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἑνός πτωχοτάτου ἐξοπλισμοῦ καί μίας ἀβεβαιότητας γιά τήν μελλοντική οἰκονομική της ἀναδιάρθρωσι, αὐτοί οἱ ἐκ τῶν πλασματικῶν πράξεων πλουτίσαντες ζοῦν ἐκ τῶν μή παραγωγικῶν ἀποκτημάτων τούς ἕνα νέο βίο καί ἐπιθυμοῦν νά προμηθευτοῦν ἀγαθή μή παραγόμενα στόν τόπο μας• γι’ αὐτό καί οἱ δεῖκτες τῶν εἰσαγωγῶν καί τῆς αὐξήσεως ἐξαγωγῆς συναλλάγματος βαίνουν διαρκῶς αὐξανόμενοι καί βαρύνουν στήν Ἑλληνική οἰκονομία.

Σέ παλαιότερα χρόνια οἱ διάφορες Χῶρες πού ἐπιθυμοῦσαν νά κατακτήσουν καί νά ὑποδουλώσουν μία περιοχή δημιουργοῦσαν ἐπιθυμίες καί τρόπο ζωῆς γιά ἕνα τμῆμα τῆς ἡγετικῆς τάξεως, γιά τούς ἄρχοντες• τούς δημιούργησαν ἕνα τρόπο ζωῆς καινούργιο, πού ξεπερνοῦσε τίς συνήθειές τους καί τίς δυνατότητές τους προμηθείας ἀπό τίς ντόπιες τους ἀγορές, καί ἀνώτερο ἀπό τό οἰκονομικό τους ἐπίπεδο• ἔτσι τούς διέφθειραν καί τούς μετέτρεπαν σέ ὄργανά τους καί ἄβουλα στοιχεῖα.

Ἴσως συμπτωματικά, δημιουργήθηκε καί στήν Ἑλλάδα μία κατάστασι ἀνθρώπων πού ζοῦν ἕνα ἐπίπεδο ἐπιθυμιῶν καί ἀπολαβών, ὄχι μόνον πάνω ἀπό τό οὐσιαστικό ἐπίπεδό του Τόπου τους, ἀλλά καί πάνω ἀπό τά ἀγαθά τά ὁποία μέ εὔλογο τρόπο ἀπέκτησαν. Αὐτό γίνεται μέ τήν μετατροπή ἑνός πρώην μικροῦ εἰσοδηματία, πού εἶχε πόρους ἀπό ἕνα τριώροφο παλαιό καί ἐνοικιοστασιακό σπίτι, σέ ἰδιοκτήτη τοῦ ἰδίου οἰκοπέδου, ἀπελευθερωθέντος ἀπό τά δεσμά τοῦ ἐνοικιοστασίου, ὑπεραξιοποιηθέντος μέ τόν διπλασιασμό ἤ τριπλασιασμό τοῦ ὕψους, πού θά τό ἀνταλλάξη μέ τό 50-60% τοῦ καινούργιου κτιρίου, πού μία οἰκοδομική ἑταιρεία θά σπεύση νά ἀνεγείρη.

Αὐτή ἡ οἰκονομική περιπέτεια, ὅπως καί οἱ συνέπειές της, πού φυσικά δημιούργησαν μίαν αὐταπάτη ζωτικότητας στόν Ἀθηναϊκό χῶρο, πού δέν ἦταν παρά μία μορφή σταματήματος τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης ἐκβιομηχανοποιήσεως γιά περισσότερο ἀπό 15 χρόνια, κατά τήν στατική ἔννοια, ἴσως γιά πολύ περισσότερα ἀπό τά διπλάσια, ἄν δέν ὑπάρξη βαθύτερη ἐθνική παρόρμησι πού νά δώση τό ἰσόρροπό της κατά τά ἔτη αὐτά ἐθνικῆς μοιρολατρίας. …

Δέν θά προσπαθήσω νά ἐξαντλήσω τήν οἰκονομική ἁλυσίδα τῶν ἐπιπτώσεων ἀπό τήν λανθασμένη κρατική πολιτική. (Τό ἴδιο καί) τίς ἄλλες (ἐπιπτώσεις), δηλαδή τό κυκλοφοριακό ἀδιέξοδο, τά κοινωνικά προβλήματα καί αὐτήν τήν ἐμπλοκή τῆς ἀστικῆς τάξεως στήν δόμηση μίας μορφῆς πόλεως πού ἐξεταζομένη μέ κάθε πολεοδομικό κανόνα εἶναι ἀπαράδεκτη. …

Τό συμπέρασμα πού βγαίνει ἀπό τήν τελείως περιγραφική ἐξέτασι τῶν Ἑλληνικῶν πόλεων εἶναι τοῦτο: Ἀπαιτεῖται ἡ ἄμεση δημιουργία μίας νέας Καταστατικῆς Χάρτας, πού νά θέτη τήν πολεοδομική ἀνασυγκρότησι σάν πρόβλημα ἐθνικῆς ἀνάγκης. Ἡ παρέλευσι μίας 5ετίας μέ ἀτέρμονες συζητήσεις πάνω στό σχῆμα καί τούς φορεῖς τῆς πολεοδομικῆς αὐτῆς ἀναδιοργανώσεως πρέπει νά ἀντικατασταθῆ ἀπό ἀποφάσεις. Ὅλοι συμφωνοῦμε πώς οἱ μέθοδοι ἐργασίας, οἱ σκοποί καί ἡ δημιουργική θέλησι τοῦ πολεοδομικοῦ αὐτοῦ συγκροτήματος ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἐπιστημονική δεοντολογία καί συνείδησι μόνον• κάθε δέ ἄλλη ἐξάρτησι οὐσιαστική ἤ ἔμμεσος μέ τό Κράτος καί τούς Ὀργανισμούς του θά εἶναι παράγων ἀποτυχίας, γιατί ἡ Διοίκησι ἐνεπλάκη ἐκ παραδόσεως καί ἐν τή ἐξελίξει μέ τά δύο σχήματα πού ἀποτελοῦν Ἀντιπολεοδομία – αὐθαιρεσία καί συγκαταβατικότητα – γιά νά μήν ποῦμε ὅτι ἐνδεχομένως δημιουργήθηκαν ἐντυπώσεις μή ἀμεροληψίας σέ σχέσι μέ τήν διάθεσι χώρων, ὑψῶν, εἴδους χρήσεως κλπ.

Πορτρέτο της Ελλάδας

60 χρόνια μετά, τίποτα δεν έχει αλλάξει:

Το πρώτον μέτρον που πρέπει να ληφθή είναι να ευρεθούν μέσα όπως καμφθή ο αληθώς αρπακτικός εγωισμός των ανθρώπων των Αθηνών … Ούτοι αποτελούνται από 5.000 περίπου πολιτικούς, βιομηχάνους και εισαγωγείς, οι οποίοι κυβερνούν την χώραν και οι οποίοι εκ συστήματος και με αναισθησίαν απομυζούν τον πλούτον της χώρας, είτε ούτος παράγεται εντός αυτής, είτε στέλλεται από τας ΗΠΑ. Αυτοί είναι οι άνθρωποι οι οποίοι υπενόμευαν την προσπάθειαν της κυβερνήσεως χρησιμοποιούντες εις τα αυτοκίνητά των την βενζίνην την προοριζομένην δια τα τρακτέρ που χρειάζονται δια την παραγωγήν τροφίμων εις την Ελλάδα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι οι οποίοι εκραύγαζαν πατριωτικά συνθήματα, ενώ ηρνούντο να πληρώσουν φόρους ή να συμμετάσχουν εις τας απωλείας που απαιτούσε η νίκη και οι οποίοι είχαν καταθέσει τα χρήματά των εις τράπεζας της Ν. Υόρκης, της Αιγύπτου και της Ελβετίας. Οι άνθρωποι αυτοί εσώθησαν από τους κομμουνιστάς χάρη εις την αμερικανικήν βοήθειαν…

Από άρθρο του Τζόζεφ Χάρισον, απεσταλμένου στην Αθήνα της αμερικανικής εφημερίδας Christian Science Monitor, όπως αναδημοσιεύθηκε στο Βήμα, στις 6 Απριλίου 1950. Παρατίθεται στο Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Μετά τον Εμφύλιο. Η άνοδος του Παπάγου στην εξουσία, Εκδόσεις Φυτράκη + Το Βήμα 2010, σελ. 248.

Στο γιουσουρούμ

Σήμερα το πρωί στο γιουσουρούμ, όχι στην πλατεία Αβησσυνίας, αλλά κάτω στη γέφυρα του Πιλ-Πουλ, στην πρώην «κορεάτικη αγορά», χαζεύω τα εκτιθέμενα προς πώληση. Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης, το αλάνθαστο χρη(σ)ματιστήριο του μεταχειρισμένου, του απορρίμματος που αποκτά νέα ζωή, εφόσον πετύχει μια τιμή που αξίζει τον κόπο. Αλλιώς, αργά ή γρήγορα, πίσω στον κάλαθο των αχρήστων.

Μεταξύ των αντικειμένων, οι επιστολές που αντάλλαξαν ο φοιτητής της Περούτζια με τους γονείς του, πίσω στο 1963, σκόρπιες στην πλάκες της Ερμού, μερικοί τόμοι του νομικού περιοδικού Θέμις από το 1909-1910 με ένα ευρώ το κομμάτι και, λίγο παραπέρα, ο πρώτος τόμος του Καρούζου, ένα μόνο ευρώ κι αυτός.

Τον ξεφυλλίζω, μα δε διαβάζω, μόνο απλώνω το χέρι στη βιβλιοθήκη να τραβήξω τον Θρίαμβο χρόνου, των εκδόσεων Απόπειρα (στην πρώτη του έκδοση Ποιήματα για τη Μαρία, αν δε με απατά η μνήμη μου) και αυτό το εφήμερο καρουζικό που δεν ξεχνάω:

Φωνές αγάπης
πανικού
μεγάλες φλόγες
ματαιότητας
αν και δεν έχω
τα γυαλιά μου.

Ο ποιητής σημειώνει την ημερομηνία 22.12.1984, μα βέβαια τίποτα δεν έχει αλλάξει.