Τόσα και τόσα διαφορετικά είδη βυζιών

Ο Γκιστάβ Φλομπέρ

Και υπάρχουν, κύριέ μου, τόσα και τόσα διαφορετικά είδη βυζιών. Το βυζί μήλο, το βυζί αχλάδι – το λάγνο βυζί, το ντροπαλό βυζί, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Το πλασμένο για τους αμαξάδες, το μεγάλο, στρογγυλό κι αγνό βυζί, που το βγάζεις μέσα από ένα γκρίζο πλεχτό, όπου στέκεται ζεστά-ζεστά, νταβραντισμένο και σκληρό. Το βυζί του βουλεβάρτου, βαριεστημένο, πλαδαρό και χλιαρό, που κουνιέται δώθε-κείθε μες στο μεσοφόρι, βυζί που το δείχνεις στο φως των κεριών, που ξεπροβάλλει μέσα απ’ το μαύρο του σατέν, όπου τρίβεις την ψωλή σου, και που σύντομα εξαφανίζεται. Τα δύο τρίτα του βυζιού ιδωμένα στο φως των πολυελαίων, στην άκρη των θεωρείων στο θέατρο, άσπρα βυζιά που η καμπύλη τους μοιάζει απέραντη καθώς κι ο πόθος που εκπέμπουν. Μυρίζουν ωραία τούτα εδώ· ζεσταίνουν το μάγουλο και κάνουν να χτυπά η καρδιά. Πάνω στη λαμπρότητα της επιδερμίδας τους απαστράπτει η έπαρση, είναι πλούσια και μοιάζουν να σου λένε περιφρονητικά: «μαλακίσου, φιλαράκο, μαλακίσου, μαλακίσου». Κι ακόμα το βυζί μαστάρι, μυτερό, πλασμένο για όργια, πρόστυχο, καμωμένο σαν το φλασκί του κηπουρού για τους σπόρους, λεπτό στη βάση του, μακρόστενο, χοντρό στην άκρη. Ανήκει στη γυναίκα που γαμείς πισωκολλητά, ολόγυμνη, μπροστά σ’ ένα μεγάλο, καπλαντισμένο με μαόνι καθρέφτη. Το μαραγκιασμένο βυζί της αραπίνας που κρέμεται σα σάκκος. Ξερό σαν την έρημο και άδειο όπως κι αυτή. Το βυζί της νέας κοπέλας που φτάνει απ’ τον τόπο της, ούτε μήλο, ούτε αχλάδι, μα ευγενικό, ευπρεπές, καμωμένο για να εμπνέει πόθους και όπως πρέπει να είναι ένα βυζί. Επίσης το βυζί της κυρίας, θεωρούμενο αποκλειστικά σαν ευαίσθητο σημείο· τούτο εδώ δέχεται αγκωνιές στους καβγάδες, και δοκάρια, στη μέση του δρόμου. Συνεισφέρει μονάχα στον εξωραϊσμό του προσώπου και πιστοποιεί το φύλο.

Το καλό βυζί της παραμάνας, όπου βυθίζονται τα χέρια των παιδιών που στηρίζονται πάνω του για να ρουφήξουν πιο άνετα. – Στην επιφάνειά του διασταυρώνονται βαθυγάλαζες φλέβες. Χαίρει σεβασμού μέσα στην οικογένεια.

Τέλος το βυζί κολοκύθα, βυζί πελώριο και πρόστυχο, που σου γεννά την επιθυμία να χέσεις πάνω του. Είναι αυτό που ποθεί ο άντρας όταν λέει στην τσατσά: «Θέλω μια γυναίκα με μεγάλα βυζιά». Αυτό εδώ αρέσει στα γουρούνια σαν κι εμένα, και τολμώ να πω, σαν κι εμάς.

Απόσπασμα από επιστολή του Γκιστάβ Φλομπέρ προς τον φίλο του Λουδοβίκο Μπουγιέ, γραμμένη στην Πάτρα, στις 10 Φεβρουαρίου 1851. Ο Φλομπέρ τελείωνε εκείνες τις ημέρες ένα μεγάλο ταξίδι στην ανατολή. Το απόσπασμα για τα βυζιά είχε πέσει για δεκαετίες θύμα της κοπτοραπτικής της ανιψιάς του συγγραφέα Καρολίνας, που φρόντισε την έκδοση της αλληλογραφίας του μετά τον θάνατό του. Η αδικία προς τα βυζιά αποκαταστάθηκε μόλις το 1980, με την έκδοση των αρχικών επιστολών από την Πλειάδα. Μετάφραση: Νίκος Αλιφέρης, από το μικρό βιβλίο «Γράμματα του Φλωμπέρ απ’ την Ελλάδα», Εκδόσεις Άγρα, 1995.

Η καθημερινή εφημερίδα καθημερινά

Κάποιος κύριος, αφού αγοράσει την εφημερίδα και την βάλει παραμάσχαλα, παίρνει το τραμ. Μισή ώρα αργότερα κατεβαίνει έχοντας ακόμα παραμάσχαλα την ίδια εφημερίδα.

Αλλά πια δεν είναι η ίδια εφημερίδα, τώρα είναι ένας σωρός από τυπωμένα χαρτιά που ο κύριος αφήνει σ’ ένα παγκάκι της πλατείας.

Μόλις ο σωρός απ’ τα τυπωμένα χαρτιά απομείνει μόνος στο παγκάκι, μετατρέπεται και πάλι σε εφημερίδα, μέχρι που ένας νεαρός τη βλέπει, τη διαβάζει και την αφήνει μεταλλαγμένη σ’ ένα σωρό από τυπωμένα χαρτιά.

Μόλις ο σωρός από τυπωμένα χαρτιά απομείνει μόνος στο παγκάκι, μετατρέπεται και πάλι σε εφημερίδα, μέχρι που τη βρίσκει μια ηλικιωμένη κυρία, τη διαβάζει και την αφήνει μεταλλαγμένη σ’ ένα σωρό από τυπωμένα χαρτιά. Ύστερα την παίρνει σπίτι της και στο δρόμο τη χρησιμοποιεί για να τυλίξει μισό κιλό ραδίκια. Σ’ αυτό ακριβώς χρησιμεύουν οι εφημερίδες μετά απ’ αυτές τις εκθαμβωτικές μεταμορφώσεις.

[Julio Cortazar, Ιστορίες των κρονόπιο και των φάμα, Ύψιλον, 1983, μετάφραση Ελένη Χαράτση, σελ. 64]

λινγκουίστικ

Και μπαίνει ο αρχινταραβέρης και τους ξηγιέται έτσι. Με τα δάχτυλα, μαλακά. Κι αυτοί το ρίχνουν στο ψιλοτουμπεκιαστό. Μετά σηκώνει και τα δυο τα χέρια. Κρατάει μαρκούτσι ψιλό κι οι σέοι χοντροτουμπεκιάζονται. Και τότε πέφτει ένα παλαμάκι, παλαμάκι λέμε, όχι χαβαλέ, αλά αναψυκτήριοοο!

– Και τι συναυλία ήτανε;

– Συναυλίααα; Τώρα μιλάμε για χοντρή μαγκιά. Τσαϊκόβσκι. Τι λες και συ, Γώγο, συμφωνείς;

Η Βαρβάρα με κοίταξε επιτιμητικά. Μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι. Με πήρε τηλέφωνο και της είπα να ‘ρθει να με δει. Συναντηθήκαμε κάτω από τις γερασμένες μουριές της πλατείας και κάτσαμε στα σκονισμένα παγκάκια της.

– Δεν άλλαξες και πολύ.

– Μα πώς, μεγάλωσε το κούτελό μου. Τα μαλλιά μου πέσαν περισσότερο.

– Όχι, όχι, δεν εννοώ αυτό.

Δεν μ’ απάντησε. Με ξανακοίταξε επιτιμητικά. Είδα στα μάτια της την απάντηση. Άνοιξα το στόμα και άπλωσα έξω από τα χείλη μου τη γλώσσα.

– Μα να, δες, κοίτα, η γλώσσα μου είναι μια χαρά. Μπορεί και διακρίνει το ξινό από το γλυκό, τ’ αρμυρό από τη ζάχαρη, τ’ απαλό χνούδι απ’ τη σκληρή κυματιστή τρίχα της ήβης κι αντιδρά αρνητικά στο γρήγορο ρούφηγμα βαρύ γλυκού καφέ στο χοντρό. Είναι μια γλώσσα τέλεια. Τι άλλο θες;

Η Βαρβάρα πάλι δε μ’ απάντησε. Μάζεψε αργά την τσάντα της, τον αναπτήρα της και τα Ζιτάν και με μια απαλή κίνηση πήρε στροφή και μου γύρισε την πλάτη. Σαν περπάτησε λίγο πιο πέρα, τίναξε μ’ ένα σπαστό του λαιμού κούνημα την υπέροχη ξανθιά χαίτη και γυρίζοντας μου φώναξε:

– Εδώ θα ψοφήσεις. Σε ξέρω, εδώ θα ψοφήσεις. Σ’ αυτό τον τόπο με τ’ άθλια παγκάκια, χάνεσαι άδικα, Θανάση. Δε θα τα καταφέρεις ποτέ να φτάσεις κει που θέλεις. Θα βουλιάξεις μες στο φτωχό του λεξιλόγιο, μες στη μιζέρια σου. Όλες κι όλες οι λέξεις π’ ακούς εδώ δεν ξεπερνάνε τις πενήντα. Γεια σου.

Η Βαρβάρα ήξερε τον κρυφό μου πόθο να γίνω κάποτε γραφιάς. Κολωνιώτισσα ήταν κι αυτή και πάνω στο χάδι, μικρά παιδιά, τα συζητούσαμε. Τώρα σπούδαζε στο Παρίσι. Σπούδαζε λινγκουίστικς, γλωσσολογία δηλαδή. Κι από τότε που ‘χε αρχίσει, ανακάλυψε ότι το πρόβλημα του ελληνικού λαού ήταν κάπου ανάμεσα στο στόμα του.

– Δεν μπορείς, έλεγε, να στηριχτείς για την αλλαγή πάνω σ’ ένα λαό που δεν έχει διαρθρώσει ακόμα σωστά την ομιλία του. Είναι θέμα κουλτούρας, πολιτισμού. Μου θύμιζε τη Ρόζα, μια συντρόφισσα που μας είχε έρθει από την Ελβετία τους σκοτεινούς καιρούς της παρανομίας και γύρισε άρον-άρον στο με καθαριότητα νοσοκομείου ελβετικό τοπίο γιατί κι αυτή δεν μπορούσε «να στηριχτεί για την αλλαγή σ’ ένα λαό που φτύνει στους δρόμους κι όχι στο μαντίλι του». Πιθανά να θεωρούσε σαν πρώτη επιλογή τον αγώνα για την ανάρτηση πτυελοδοχείων στους δρόμους.

– Καϊνάρι παιδί, ρε μάγκα, ο Γκεβάρα, κουτσάβι από τα πρώτα, το ‘χω διαβάσει σε βιβλίο. Τι λες και συ Γώγο, συμφωνείς;

– Ναι, αλλά κι αυτόν τον σφουγγαρίσανε.

διήγημα του Θανάση Σκρούμπελου από τη συλλογή Τα φίδια στον Κολωνό, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνη, λίγο μετά το 1990.

Κορτάσαρ και Φουέντες

Ως εξής ξεκινούσε η νουβέλα του Κάρλος Φουέντες «Αύρα«, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Θεμέλιο:

Διαβάζεις αυτή την αγγελία: Μια τέτοιου είδους προσφορά δε γίνεται κάθε μέρα. Διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις την αγγελία. Φαίνεται να απευθύνεται σε σένα, σε κανέναν άλλον. Αφηρημένος, αφήνεις τη στάχτη του τσιγάρου να πέσει μέσα στο φλιτζάνι με το τσάι που έπινες σ’ αυτό το βρώμικο και φτηνό καφενείο. Θα ξαναδιαβάσεις. Ζητείται νεαρός ιστορικός. Τακτικός. Επιμελής. Γνώστης της γαλλικής. Γνώση τέλεια της καθημερινής γλώσσας. Ικανός να ανταποκριθεί σε καθήκοντα γραμματέως. Νεαρή ηλικία, γνώση της γαλλικής, κατά προτίμηση να έχει ζήσει κάποιον καιρό στη Γαλλία. Τρεις χιλιάδες πέσος το μήνα, φαγητό και δωμάτιο άνετο, ηλιόλουστο, κατάλληλο για μελέτη. Το μόνο που λείπει είναι το όνομά σου. Το μόνο που λείπει είναι να αναγράφεται με τα τονισμένα μαυριδερά γράμματα της αγγελίας: Φελίπε Μοντέρο. Ζητείται ο Φελίπε Μοντέρο, πρώην φοιτητής με υποτροφία στη Σορβόννη, ιστορικός φορτωμένος μ’ ένα σωρό άχρηστες ημερομηνίες και ονόματα, συνηθισμένος να ξεψαχνίζει κιτρινισμένα χαρτιά, βοηθός καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία, εννιακόσια πέσος το μήνα. Αλλά αν διάβαζες κάτι τέτοιο, θα γέμιζες υποψίες, θα το ‘παιρνες γι’ αστείο. Ντονσέλες 815. Να παρουσιαστείτε αυτοπροσώπως. Δεν υπάρχει τηλέφωνο.

Καμιά φορά η πραγματικότητα ακολουθεί τη μυθοπλασία. Γράφει η Αγγελική Στουπάκη στην Καθημερινή:

Οταν πεθαίνει ένας συγγραφέας, αργά ή γρήγορα βγαίνουν από συρτάρια και αρχεία τα «χαρτιά» του –ανέκδοτα κείμενα, σημειώσεις, αλληλογραφία– ένας δυνητικός θησαυρός στα χέρια των κληρονόμων, που αντιμετωπίζουν την πρόκληση της δημοσίευσης. Για τον Χούλιο Κορτάσαρ (1914 – 1984) η στιγμή αυτή άργησε να έρθει. Χρόνια μετά τον θάνατό του Αργεντινού συγγραφέα, η Αουρόρα Μπερνάρντες, η χήρα και κληρονόμος του, αποφάσισε ν’ ανοίξει πέντε κιβώτια ασφυκτικά γεμάτα με χειρόγραφα. Αρχισε να τα αποδελτιώνει τον Δεκέμβριο του 2006, με τη βοήθεια του Κάρλες Αλβαρες, μελετητή και φανατικού θαυμαστή του Κορτάσαρ. Ενθουσιασμένος από την ανακάλυψη, ο Αλβαρες εγκατέλειψε τη δουλειά του σε δημόσια υπηρεσία για να αφοσιωθεί στην τακτοποίηση του τεράστιου αυτού υλικού, πάντα σε στενή συνεργασία με την γηραιά κ. Μπερνάντες.

Για το καλό του κυρίου Αλβάρες, ελπίζουμε η κυρία Μπερνάντες να μην έχει καμιά ανιψιά με το όνομα Αύρα.