Ο Βορίδης αντιφασίστας

voridis

και όχι μόνο:

Πρέπει να στείλουμε εμείς οι Έλληνες πολίτες ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα. Θα αντισταθούμε στον φασισμό, θα αντισταθούμε στον ναζισμό, θα αντισταθούμε σε κάθε κολεκτιβισμό, δεν θα αφήσουμε την χώρα να παρεκκλίνει από την σταθερή πορεία στην οποία έχει μπει. Θα στηρίξουμε τον Αντώνη Σαμαρά, την κυβέρνηση της ΝΔ.

Τι έχει να πει ο Ευάγγελος Βενιζέλος γι’ αυτή την υποτίμηση; Κι ακόμη, πόσο φοβούνται όλοι αυτοί τον κλονισμό του ιερού δισκοπότηρου της ατομικής ιδιοκτησίας;

Μόνο εύλογο ερώτημα, η απήχηση.

Advertisements

Μερικές πρόχειρες σκέψεις για τη στρατηγική απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο

Όλος μου ο προβληματισμός γύρω από την ΧΑ ξεκινά από μια βασική αντίληψη: η ΧΑ μπορεί να είναι συμμορία, αλλά ο φασισμός είναι κίνημα. Ιστορικά αυτό ήταν το λάθος που έκαναν όλοι απέναντι στο φασισμό του μεσοπολέμου: τον υποτίμησαν θεωρώντας τον συμμορία, την εποχή που εκείνος έβρισκε ανταπόκριση στις μάζες. Όταν πια οι μάζες ήταν μαζί με τον φασισμό, ήταν αργά.

Το εξαιρετικά χρήσιμο βιβλίο του Παλμίρο Τολιάτι με τίτλο «Μαθήματα για το φασισμό» βασίζεται σε μαθήματα που έκανε ο Τολιάτι σε Ιταλούς κομμουνιστές στην κομματική σχολή της Μόσχας το 1935, όταν βεβαίως είχαν υποχρεωθεί μετά την ήττα και για λόγους ασφαλείας να εγκαταλείψουν την φασιστική Ιταλία.

Τα γεγονότα της Ιταλίας και της Γερμανίας οδήγησαν τότε την Κομμουνιστική Διεθνή σε μια αλλαγή γραμμής απέναντι στον φασισμό (7ο συνέδριο, 1935). Στην Ελλάδα, αυτή η αλλαγή γραμμής της Διεθνούς εκφράστηκε στις αρχές του 1936 με το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα (βασει του οποίου το ΚΚΕ στήριξε στο κοινοβούλιο την εκλογή του φιλελεύθερου Σοφούλη στη θέση του Προέδρου της Βουλής), όμως ήταν ήδη αργά – λίγους μήνες αργότερα ο Μεταξάς με τις ευλογίες του βασιλιά θα αναλάμβανε πρωθυπουργός και θα προχωρούσε στη δικτατορία.

Γιατί τα λέω αυτά: από πολιτική σκοπιά, η διαρκής προσπάθεια παρακολούθησης των «ατοπημάτων» της ΧΑ και έκθεσής τους προς την κοινή γνώμη μπορεί να καταλήξει ένα ατελέσφορο κυνήγι μαγισσών από την ανάποδη. Για κάθε αμφιβόλου ποιότητος χρυσαυγίτικο βιογραφικό που βγαίνει στο φως, υπάρχουν δεκάδες «συστημικά» βιογραφικά διαφθοράς απ’ τα οποία θ’ αντλεί ο αντίπαλος. Κάθε επίκληση αστικής νομιμότητας σ’ ό,τι αφορά τη βία που ασκεί η ΧΑ, θα συμψηφίζεται από τον αντίπαλο με εκατοντάδες πράξεις κοινωνικής ανυπακοής της αριστεράς. Κι ακόμη χειρότερα, για κάθε επινοημένη ιστορία ομαδικού βιασμού, θα υπάρχουν δεκάδες πραγματικές ιστορίες χαμηλής εγκληματικότητας ή και αδίκως χυμένου αίματος (δες πχ Γ’ Σεπτεμβρίου και Ζαρουχλέικα). Στο ταμείο, ενδέχεται να είμαστε οι χαμένοι.

Και χαμένοι μπορεί να είμαστε γιατί ο διαιτητής αυτής της αντιπαράθεσης είναι οι μάζες: αυτές οι ετεροκαθοριζόμενες παραζαλισμένες λαϊκές μάζες που διαμόρφωσε η μεταπολιτευτική πραγματικότητα, ο καταπιεσμένος ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ του ’81 με την ωφελιμιστική αντίληψη και τον ατομισμό του. Καθώς, όσο κι αν εκλογικά έχει αποδεσμευτεί από το ΠΑΣΟΚ και τον δικομματισμό, διόλου δεν έχει αποδεσμευτεί από τις αυταπάτες του παρελθόντος. Τα όνειρά του για τη ζωή παραμένουν τα ίδια. Κι ακόμη κοιτάζει την πάρτη του. Απ’ αυτού του είδους τον ψηφοφόρο δύσκολα θ’ απαλλαγούμε.

Οι οργανωμένοι φασίστες τύπου ΧΑ, γνωρίζουν αυτό το πρόβλημα και γι’ αυτό απευθύνονται σ’ αυτές τις λίγο-πολύ μισότυφλες μάζες. Γνωρίζουν καλά το παιχνίδι της προπαγάνδας. Γνωρίζουν επίσης πόσο ευκολόπιστο είναι το κοινό τους απέναντι σε οποιαδήποτε ανοησία του πουν. Ουσιαστικά, οι μάζες δεν έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο πιστεύουν πράγματα – απλώς άρχισαν να θεωρούν αναξιόπιστα ορισμένα πρόσωπα, talking heads των δελτίων ειδήσεων και της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Η πίστη παραμένει, μετακινούμενη προς τα νέα, άφθαρτα πρόσωπα του Κασιδιάρη και του Καιάδα.

Η ευκολία με την οποία πραγματοποιείται η μετακίνηση αυτή, μας θυμίζει και άλλο ένα ζήτημα που δεν πρέπει να ξεχνάμε όταν συζητάμε για τον φασισμό: ο φασισμός είναι μια εναλλακτική λύση του συστήματος όταν ζορίζουν τα πράγματα, όταν οι μάζες μπαίνουν σε διαδικασία αμφισβήτησης του συστήματος. Κι ακόμη, ο φασισμός έχει ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα: είναι απλός.

Προφανώς η Χελώνα θα επανέλθει στο ζήτημα.

Γιατί να μην εμπιστεύεστε τους φασίστες για την ενημέρωσή σας

Η εφημερίδα Στόχος  βάζει στο στόχαστρο τον Παύλο Τσίμα, διότι κατέκρινε, λέει, τον δήμαρχο Παιονίας (νομός Κιλκίς, σύνορα Ελλάδας-ΠΓΔΜ). Διανθίζει μάλιστα το δημοσίευμα με θερινή φωτογραφία του δημοσιογράφου:

Έλα όμως που το άρθρο στην Καθημερινή το έχει γράψει ο Σταύρος Τζίμας…

Οπότε, γιατί να πιστέψουμε κι αυτό το δημοσίευμα του Στόχου;

Για κανένα λόγο. Οι φασίστες συμπατριώτες μας συνεχίζουν τις καλύτερες παραδόσεις της ράτσας τους. Εξάλλου, η Μακρόνησος φτιάχτηκε ακριβώς για τον εκτοπισμό των φαντάρων με «αμφίβολες» προθέσεις.

Ο Νίκος Κούνδουρος μαρτυρά για τη γνωριμία του με τον Θανάση Βέγγο στην Μακρόνησο:

«Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ’ ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν’ αρχίσω, μόνος τελείως, μ’ ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ’ ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ’ αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: «Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις» λέει. «Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια» Λέω: «Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις». Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο. Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: «Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε». Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας. Ο Βέγγος δεν φτιάχτηκε ηθοποιός, γεννήθηκε. Κυριαρχείται από τον αγαθό δαίμονα που φροντίζει να συντηρεί μια αεί παρθενιά. Γεννήθηκε ως Βέγγος το ’52, όταν η μοίρα άρπαξε τον αγαθό στρατιώτη του Δευτέρου Τάγματος Σκαπανέων της κόλασης, που είναι γνωστή με το λυρικό όνομα «Μακρονήσι», και τον πέταξε στα βαθιά νερά του κινηματογράφου και του θεάτρου. »

Πρόκειται για τον ίδιο Νίκο Κούνδουρο που σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Βήμα είπε και τα εξής:

Είχα μια ανόητη ευαισθησία και γενναιοδωρία με την είσοδο ή μάλλον την εισβολή των ξένων στην Ελλάδα. Ελεγα ότι της ίδιας γης παιδιά είμαστε, να μπει ο κόσμος στην Ελλάδα, να ευφρανθεί, να νιώσει ασφάλεια, να φάει, να πιει ελληνικό νερό. Ε, από την ώρα του περιστατικού τέρμα όλες αυτές οι εφηβικές μαλακίες. Τέσσερα κτήνη, τέσσερις βάρβαροι που ούρλιαζαν και βρωμούσαν και φορούσαν μάσκες με έκαναν να δω την πραγματικότητα.

Ιστάνμπουλ ή Κωνσταντινούπολη, και η φασιστική επιρροή στο Δήμο της Αθήνας

Η Μαρία Κατσουνάκη στην Καθημερινή για τα γεγονότα στον Δήμο της Αθήνας, αφού επισημαίνει ότι η ουσία της συνάντησης επισκιάστηκε από την κουβέντα περί Ιστάνμπουλ ή Κωνσταντινούπολης:

Από τη μια προωθούμε την ελληνοτουρκική «φιλία και συνεργασία», από την άλλη το άκουσμα και μόνο της λέξης ιστάνμπουλ ηχεί ως απειλή της εθνικής κυριαρχίας. Χρεώνεται ως διπλωματικό, τουλάχιστον, ολίσθημα η αναφορά στη διεθνή ονομασία της πόλης. Το δίλημμα αν θα αλλάξουμε ή θα βουλιάξουμε έπεται. Προέχει το… ερώτημα: ιστάνμπουλ ή Κωνσταντινούπολη;

Όμως η δημοτική αρχή της Αθήνας, μετά την γνωστή παρέμβαση των φασιστών για το θέμα, φαίνεται να πελαγοδρομεί. Το δελτίο τύπου που εξέδωσε μετά τη συνάντηση των δυο δημάρχων, χρησιμοποιεί και τις τρεις ονομασίες της πόλης (Κωνσταντινούπολη, Ιστανμπούλ, Πόλη) για να ικανοποιήσει τους πάντες:

«Είναι μεγάλη η χαρά να υποδεχτώ σήμερα εδώ, τον Δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης.  Γνωρίζετε πως χιλιάδες δημότες μας έλκουν την καταγωγή τους από την Πόλη. […]»

Αυτά δήλωσε σήμερα ο Δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης κατά τη διάρκεια επίσκεψης του επικεφαλής του μητροπολιτικού δήμου της Istanbul κ. Κadir Topbas σήμερα το πρωί στο Δημαρχιακό Μέγαρο στην οδό Αθηνάς.

Συγχαρητήρια στον εμπνευστή του.

ΠΗΓΕΣ

Μαρία Κατσουνάκη: Ιστάνμπουλ ή Κωνσταντινούπολη;

Δελτίο τύπου Δήμου Αθηναίων για την συνάντηση

 

Τα μεθεόρτια

Ο αρχηγός ζήτησε (και έλαβε) τηλεοπτικό βήμα για να αναπτύξει την πολιτική της παρατάξεως. Οπότε κι οι υφιστάμενοι βγήκαν να το πανηγυρίσουν. Και να μας αποδείξουν, φυσικά, πως τα όσα συμπεριλαμβάνει στο πρόγραμμά του ο αρχηγός, βρίσκονται ήδη σ’ εφαρμογή. Εν γνώσει των αρμοδίων αρχών, χωρίς ουσιώδεις αντιδράσεις. Αδιέξοδο.