Για την καινούργια σχολική χρονιά

Τα παιδιά επιστρέφουν στις σχολικές αίθουσες, στα σφαγεία της επιθυμίας, στον Προκρούστη του πόθου και το γραφείο τύπου της μαθητικής οργάνωσης της πολιτικής νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος της Νέας Δημοκρατίας εκδίδει την εξής ανακοίνωση:

Χτύπησε σήμερα σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας, το πρώτο κουδούνι για τη σχολική χρονιά 2014- 2015. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η σχολική χρονιά ξεκινάει χωρίς ελλείψεις, τόσο σε καθηγητές και εκπαιδευτικό προσωπικό, όσο και σε βιβλία και υλικοτεχνική υποδομή.

Σε μία εποχή που η Πρωτοβάθμια και η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, η διατήρηση της παρεχόμενης γνώσης προς τους μαθητές σε υψηλά επίπεδα αποτελεί στοίχημα, ώστε τα απολυτήρια της Βασικής Παιδείας να έχουν τόσο πρακτική αξία, όσο και ουσιαστική.

Ευχόμαστε η σχολική χρονιά να κυλήσει και να ολοκληρωθεί όπως ξεκίνησε, χωρίς προβλήματα και με το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων σε ετοιμότητα, να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα προκύψει, θέτοντας σε προτεραιότητα πέρα και πάνω από όλα, την ομαλότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Μαδάω τη μαργαρίτα: Να τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω, να τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω, να τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω, να μη τη σχολιάσω.

Κι ακόμη πιστεύω πως δε γίνεται να σωθώ

Το 1995 οι The Smashing Pumpkins κυκλοφορούσαν το «Mellon Collie and the Infinite Sadness», μάλλον το opus magnum τους. Ανάμεσα στα πολλά ωραία τραγούδια που μας κέρδισαν τότε (να είναι καλά ο Ρόδον FM με σταθμάρχη τον Μάκη Μηλάτο και εξαιρετικούς παραγωγούς – μια άλλη φορά θα τα πούμε για τα ραδιόφωνα) και το «Bullet with butterfly wings». Το τραγούδι αναφέρεται στην αντιφατική κατάσταση που βιώνουν οι χρυσοπληρωμένοι ροκ σταρ. Ο Μπίλι Κόργκαν μιλά για την αδύνατη ισορροπία μεταξύ τέχνης και εμπορίου. Στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού, η μεταφορά πηγαίνει παραπέρα: ένα σκηνικό βγαλμένο απ” τα επιφανειακά ορυχεία της Σέρα Πελάδα που μας γνώρισε το μάτι του φωτογράφου Σεμπαστιάο Σαλγάδο, ό,τι χειρότερο μπορεί να σκεφτεί κανείς για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι άνθρωποι παλεύουν για τον επιούσιο – «and I still believe I cannot be saved».

Rakias Street Parade

Έχουν περάσει κάπου δέκα χρόνια από τότε που ο Σάκης μου σύστησε τον Ράκια, μια βραδιά στον Οινοχόο. Εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Αθήνα, η περιπέτεια της «Καθόδου των Μυρίων» είχε τελειώσει, η Θεσσαλονίκη δεν τον κρατούσε όλο τον χρόνο και στο κεφάλι του γυρνούσαν διάφορες μουσικές. Μιλήσαμε αρκετά, ήρθε κι απ” το σπίτι. Του δάνεισα το mini disc κι ένα δανεικό μικρόφωνο για να κάνει μερικές ηχογραφήσεις στο δρόμο. Δεν ήθελε να το πάρει έτσι, μου έφερε μια δική του πεταλιέρα σε αντάλλαγμα, την οποία μάλλον δε χρησιμοποίησα ποτέ. Λίγο καιρό αργότερα, πάλι Θεσσαλονίκη, στο στούντιο του Νικόδημου γεννήθηκε το Rakias Street Parade. Ο Ράκιας ήρθε πάλι στην Αθήνα, φορτωμένος cd, με το κόκκινο χάρτινο εξώφυλλό του, την άσπρη σιτροέν, τις εξαιρετικές συμμετοχές (μεταξύ αυτών οι μεγάλοι Πάνος Τόλιος και Δημήτρης Μπασλάμ). Τον άκουσα πολύ εντατικά τότε, σε καθημερινή βάση πολλές φορές. Τον πρότεινα σε φίλους, ορισμένοι απ” τους οποίους ενθουσιάστηκαν (θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Βαγγέλη). Τον ξανασυζητούσα πρόσφατα με μια πιο καινούργια φίλη, είπα να της τον στείλω, και να: ο Ράκιας έχει πλέον ανεβάσει το Street Parade στο youtube.

«Ακούς τον θόρυβο της πόλης; Εγώ τον φτιάχνω!»

Θυμήσου, σώμα

Τους πρωτοείδα ζωντανά σε ένα από τα θρυλικά Indie Free που οργάνωναν οι Τρομοκενίτες στο Πεδίο του Άρεως, μάλλον το 1995. Ήταν ένα αβανγκάρντ ντουέτο -ακουστική κιθάρα και φωνή- με ρηξικέλευθο στίχο, βγαλμένο από την πουτάνα τη ζωή της πόλης, τα απρόσωπα διαμερίσματα της Καλλιθέας, τα εργατικά αδιέξοδα, την παλιά καλή αλλοτρίωση. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε (δεν ξέρω γιατί όλο γύρω απ” αυτή την εικοσαετία κάτι γράφεται εδώ τελευταία). Δεν αισθάνομαι κουρασμένος. Ωστόσο, επιθυμίες και ματαιώσεις, ένα σωρό, πίσω μας και μπροστά μας…

Σκληρή δουλειά η εξουσία

Αν η μοντέρνα πολιτική εξουσία, κρατική, ορθολογική, απρόσωπη επί της αρχής της, παρουσιάζεται ως ένα συμπαγές γεγονός, απρόσβλητο, πανταχού παρόν, σύμφυτο με κάθε είδος πολιτικής, εγγραφόμενο στην κοινωνική και πολιτισμική συνέχεια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η συνέχεια οφείλει να επανεφευρίσκεται για κάθε άτομο, για κάθε γενιά, ότι υπήρχαν πάντα επαναστάτες και αντάρτες και ότι η εξουσία δεν εγκαταλείπει στην αδράνεια αυτού που υπάρχει τη μετάδοση των αυταρχικών και ιεραρχικών αξιών της. Για να διατηρηθεί και να μεταδοθεί ένα σύστημα αξιών εστιασμένων στην πολιτική εξουσία, αυτοί που διατάζουν πρέπει να κάνουν τον κόπο να είναι συνεχώς σε επιφυλακή.

«Πρέπει να δείρεις, να ξυλοκοπήσεις, να φυλακίσεις, να ρίξεις κόσμο στα στρατόπεδα, να κολακέψεις, ν” αγοράσεις· πρέπει να κατασκευάσεις ήρωες, να κάνεις τον κόσμο να διαβάζει εφημερίδες, να στήσεις κρεμάλες και ενίοτε να διδάξεις ακόμη και κοινωνιολογία».

Eduardo Colombo, Η βούληση του λαού, Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Σαν σήμερα γεννήθηκε το 1893 ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Το 1980, οι Ολλανδοί Mecano μελοποίησαν τούτο το άτιτλο ποίημα του Μαγιακόφσκι, φτιάχνοντας έναν θρύλο:

Η αγρύπνια και το νόημα

Για το συγκεκριμένο τραγούδι έχω μια αστεία ιστορία: όταν ήμουν φαντάρος στη Χίο, προ δεκαετίας+, κάποια στιγμή ήρθε στη γαμωμονάδα μου ένας άνθρωπος με έλληνα πατέρα, αλγερινή μάνα, ο οποίος είχε ζήσει όλη του τη ζωή μεταξύ Αλγερίας και Γαλλίας. Μιλούσε γαλλικά, που σχεδόν κανείς δε μιλούσε, ήταν μουσουλμάνος και γενικώς αποτελούσε παράδειγμα του πώς το ελληνικό κράτος επιβάλλει σ” ανθρώπους που δεν έχουν καμιά σχέση μ” αυτό μια βίαιη προσαρμογή, τη στρατιωτική θητεία. Όντας επιλοχίας του λόχου μου, είχα το σχετικό προνόμιο να έχω πρόσβαση σ” ένα γραφειάκι, όπου έκανα, μεταξύ άλλων, και τις γραφειοκρατικές δουλειές που απέρρεαν από την ιδιότητά μου. Πρέπει να ήταν Σάββατο ή Κυριακή, κάπως χαλαρή μέρα, οπότε κάθομαι στο γραφείο, χωρίς υπολογιστή εννοείται, με ένα φορητό σιντί και κάτι ηχειάκια του κώλου. Βάζω τον δίσκο αυτόν κι αρχίζω να γράφω και νιώθω μια παρουσία πίσω μου, να με κοιτάζει απ” το παράθυρο με κάποια απορία – είναι ο αλγερινός φίλος, ο μουσουλμάνος ευρωπαίος ο άτυχος, που λίγους μήνες αργότερα θα επέστρεφε στην κανονική ζωή: Με μια απορία ξεκάθαρη, τι στο καλό ακούμε, μην είναι μουεζίνης, έφτασε ως το παράθυρο. 12 χρόνια αργότερα, ούτε τ” όνομά του δε θυμάμαι.